Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Ritchie Blackmore

 O σπουδαιότερος και πλέον χαρισματικός κιθαρίστας της γενιάς του εμφανίστηκε καταβεβλημένος, με πρησμένα δάχτυλα από το ουρικό οξύ, κάνοντας μια δύσκολη ένεση στη μέση ειδικά για τη συγκεκριμένη


περίσταση, προκειμένου να πραγματοποιήσει την επίσημη έξοδό του.

Οι χαμένες ευκαιρίες του παρελθόντος για ένα πολυπόθητο Rainbow reunion με τον Ronnie James Dio και για μια ιστορική επανένωση των Deep Purple με τον Jon Lord και τον David Coverdale, σε συνδυασμό με τον θάνατο του Jon Lord που τον σημάδεψε βαθurετα από όσο μπορούσε να αντέξει –σε σημείο που αδυνατούσε να κρύψει τη συγκίνησή του κάθε φορά που έπαιζε το Carry on Jon–, τον οδήγησαν σε μια ύστατη συνειδητοποίηση. Το τέλος δεν ήταν πια μακριά. Έτσι, ζήτησε από τον Ian Gillan να παίξει μαζί τους για μία τελευταία εμφάνιση.
Και η επιθυμία του έγινε δεκτή. Ο Ritchie Blackmore το έκανε αυτό αποκλειστικά για τον εαυτό του, για κανέναν άλλο λόγο. Τα κίνητρά του είχαν καθαρά συναισθηματική αξία: ήθελε να παίξει για τελευταία φορά με το συγκρότημα που δημιούργησε με τον Jon Lord τόσα χρόνια πριν, εκείνο για το οποίο έγραψε όλα τα σημαντικά τραγούδια στην ιστορία τους, τα κομμάτια που έγιναν classics και μετέτρεψαν τους Purple σε παγκόσμιο μουσικό φαινόμενο.
Το βάρος του παρελθόντος και οι ρίζες της σύγκρουσης
Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος αυτού του κλεισίματος του κύκλου, πρέπει να ανατρέξει στην ιστορία εκείνων των δεκαετιών που έχτισαν τον μύθο αλλά και τα τείχη γύρω από τους Deep Purple. Ο Blackmore υπήρξε ο αρχιτέκτονας του σκληρού ήχου, ο άνθρωπος που πάντρεψε την κλασική μουσική με τα blues-rock riffs, δημιουργώντας το ιδίωμα που όρισε τη σκληρή μουσική τη δεκαετία του '70. Από το εμβληματικό In Rock (1970) μέχρι το Machine Head (1972) και το αριστουργηματικό Burn (1974), η κιθάρα του ήταν ο πυρήνας γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν ολόκληρος ο πλανήτης της ροκ.
Ωστόσο, η ιδιοσυγκρασία του Blackmore ήταν πάντα ασυμβίβαστη. Ο «Man in Black» λειτουργούσε με απόλυτη αυστηρότητα, απαιτώντας τελειότητα και διατηρώντας μια ψυχρή, συχνά αποστασιοποιημένη στάση απέναντι στα υπόλοιπα μέλη. Όταν οι εντάσεις με τον Ian Gillan έφτασαν στο απροχώρητο στα μέσα της δεκαετίας του '70, οδήγησαν στην πρώτη μεγάλη διάλυση. Η προσωρινή επανένωση της κλασικής σύνθεσης (Mark II) το 1984 με το άλμπουμ Perfect Strangers έφερε μια παροδική άνοιξη, η οποία όμως γρήγορα έδωσε τη θέση της σε νέες προστριβές. Όταν ο Blackmore αποχώρησε οριστικά το 1993, καταμεσής της περιοδείας για το The Battle Rages On..., το γυαλί είχε ραγίσει ανεπανόρθωτα.
Οι υπόλοιποι μουσικοί ένιωσαν μια τεράστια αίσθηση απελευθέρωσης. Συνέχισαν την πορεία τους προσφέροντας σταθερές κυκλοφορίες, πρώτα με τον τεράστιο Steve Morse και αργότερα με τον Simon McBride, αποδεικνύοντας ότι το όνομα των Deep Purple μπορούσε να σταθεί αυτόνομα. Όμως, η απουσία του δημιουργικού πυρήνα του Blackmore άφηνε πάντα ένα κενό στη μυθολογία του συγκροτήματος, μια ανεπλήρωτη εκκρεμότητα που ο χρόνος απλώς βάρυνε.
Η απόρριψη και η σιωπή
Το ίδιο το συγκρότημα, ωστόσο, επέλεξε να υποβαθμίσει το γεγονός. Δεν έκανε καμία επίσημη ανακοίνωση πριν από την εμφάνιση, κανένας δεν είχε ενημερωθεί, ούτε ο μουσικός κόσμος, ούτε ο ειδικός τύπος, και κυρίως ούτε το κοινό, το οποίο βρέθηκε σε πλήρη άγνοια. Έτσι, η περίσταση απαξιώθηκε ως μη σημαντική, αντιμετωπισμένη σαν ένα απλό, τυχαίο τζαμάρισμα με κάποιον τυχαίο τύπο που ξέρει λίγη κιθάρα – τον Blackmore δηλαδή.
Μετά την αθλιότητα στο Rock and Roll Hall of Fame το 2016, όπου τα εν ζωή μέλη αρνήθηκαν να μοιραστούν τη σκηνή μαζί του, τώρα απέκρυψαν πλήρως την εμφάνισή του από τον κόσμο όλο, διαπράττοντας μια ακόμα μεγαλειώδη ασέβεια τόσο απέναντι στον ίδιο τον ιδρυτή του γκρουπ όσο και προς όλους εκείνους που τους στήριξαν επί δεκαετίες. Ήταν μια συμπεριφορά για φτύσιμο.
Καμία γιορταστική ατμόσφαιρα, καμία προετοιμασία, καμία συνέντευξη, καμία επίσημη κάμερα για να καταγράψει τη στιγμή για το μουσικό αρχείο και την ιστορία του συγκροτήματος. Ήταν ο ίδιος ο Blackmore που, τη νύχτα πριν από το γεγονός, το ξεφούρνισε σε ένα podcast, κάνοντας το YouTube να πάρει φωτιά από τους γνωστούς podcasters που βγάζουν χρήματα μιλώντας σαν ειδικοί πάνω στην ιστορία του συγκροτήματος, αραδιάζοντας αρλούμπες και φρικτές ανακρίβειες.
Η ευκαιρία για κάτι ωραίο, για μια αληθινή γιορτή αντάξια της διαδρομής τους, χάθηκε, και η ηλιθιότητα θριάμβευσε. Με τη φτηνιάρικη αντιμετώπιση του «δεν τρέχει και τίποτα», αρνήθηκαν την αναγνώριση και το «ευχαριστώ» του κοινού στον μουσικό, στερώντας του το θερμό χειροκρότημα από τους όρθιους θεατές – ακριβώς όπως είχε γίνει όταν αποχώρησε ο Jon Lord.
Η μοναξιά της τελευταίας νότας
Ο Ritchie Blackmore δεν μπόρεσε να πει το αντίο που ήθελε. Σε σωστό χώρο και χρόνο, με προετοιμασία, με έγκαιρη ενημέρωση του κόσμου, με δύο λόγια στα μέσα ενημέρωσης.
Έπαιξε μπροστά σε ένα νωθρό, ληθαργικό κοινό, πολύ σεμνά, χωρίς φιοριτούρες και βεγγαλικά, σε μια φιλική ατμόσφαιρα που θύμιζε επίσκεψη σε σπίτι όπου ο οικοδεσπότης είναι τυπικά κόσμιος και ευγενής αλλά δεν βλέπει την ώρα να φύγεις. Ο Blackmore ήταν κρύος, απροετοίμαστος, εκτός κλίματος. Έπαιξαν το Smoke on the Water και η τελετή έλαβε τέλος. Συγχωρεμένος ο μακαρίτης, κάπως έτσι.
Έτσι ακριβώς.
Μετά από τριάντα και βάλε χρόνια, το τραγούδι παίχτηκε επιτέλους σωστά, όπως έπρεπε. Ακόμα και με δέκα στεντ στην καρδιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου