Μια αυθεντική, ηλεκτρισμένη κατάδυση στην αλητεία, το ροκ και την εναλλακτική υποκουλτούρα της Αθήνας από τη δεκαετία του ’70 και μετά. Το κείμενο αυτό δεν είναι απλώς μια νοσταλγική αναδρομή·
), γεμάτο γρατζουνισμένα βινύλια, απαγορευμένες συχνότητες, οργισμένες διαδηλώσεις και τη διαρκή αναζήτηση της μουσικής υπέρβασης.
Ένα βρώμικο, ζωντανό μανιφέστο για όσους αρνήθηκαν να συμβιβαστούν με το γκλάμουρ και την καρέκλα, επιλέγοντας να κρατήσουν το μυαλό τους ανοιχτό και να «δουν το άγνωστο», όπως πρόσταζε ο ARTHUR RIMBAUD.
«Ω! ρε φίλε τι παίζουνε! Και Γαμώ! Άκου ρε πούστη ντραμς που παίζει ο μουρλός, ο άρρωστος! Μισή ώρα τα ’χει ξεκωλιάσει!»
Κάτι τέτοια έλεγα στα 70’s όταν πρωτάκουσα rock και βέβαια πολύ σύντομα ερχόταν το ουρλιαχτό του πατέρα μου: «Χαμήλωσέ το αυτό το σκατό μη στο σπάσω στο κεφάλι!»
Όσοι από τους γονείς μας είχαν την ατυχία τα παιδιά τους να ακούνε rock, στην αρχή ξεκουφαίνονταν και παρουσίαζαν συμπτώματα υστερίας, σιγά-σιγά γίνονταν ρεζίλι στη γειτονιά με τα ρούχα τα σκουλαρίκια και τα μαλλιά μας και τέλος …παίρνανε τις κάρτες μας από διάφορα σημεία του κόσμου που ταξιδεύαμε! Τα στερεοφωνικά ήταν καλύτερα από αυτά της δεκαετίας του ’60 και τη συντήρησή τους την αναλαμβάναμε εμείς. Αφαίρεση της μάκας από τη βελόνα, τοποθέτηση ξανά στην πρίζα μετά από ξεσκόνισμα κλπ. Η δισκοθήκη ήταν mixture: Πουλόπουλος, Κατσαρός, ο Σταμούλης ο λοχίας, Jimmy Makulis, Μαρκόπουλος και τα δικά μας φυσικά χωριστά συνήθως μπροστά από τους άλλους δίσκους. Led Zeppelin, Creedence Clearwater Revival, Canned Head, Cream, Black Sabbath (Paranoid), Doors (όλα), Joe Cocker, Moody Blues, Pink Floyd ( το Ummagumma), Santana, Jefferson Airplane, Deep Purple, Rory Gallagher, Eric Burdon (και με τους War), Αlice Cooper (το Killer ), Jimi Hendrix και Janis Joplin. Τελευταίους είχα τους Rolling Stones, που δεν τους πολύ γούσταρα. Ήταν δώρο από τον θείο μου και έψαχνα καμιά γιορτή να το κάνω δώρο με τη σειρά μου σε κάποιο φίλο, αλλά κανείς από την παρέα μου δεν τους ήθελε και τελικά τον πάσαρα σε έναν άσχετο που άκουγε ντίσκο! Το ραδιόφωνο έπαιζε πολύ λίγα πράγματα ή και τίποτα, άλλωστε χούντα είχαμε, άντε κάνα Beatles ή Stones, άντε T.Rex και τους γελοίους τους Slade! (Το “cuz i love you” μου άρεσε αλλά το άκουγα κρυφά για να μην με πάρουν στο ψιλο......)
Εμείς εκστασιαζόμασταν και ταξιδεύαμε με την δική μας μουσική, μια μουσική υπερβατική, δυνατή, συντονισμένη με τους δικούς μας ρυθμούς, παιγμένη από άτομα της δικής μας ηλικίας… Γιατί νέοι σαν και μας ήταν αυτοί που γουστάραμε να ακούμε, με τα μακριά τους μαλλιά, τα σκισμένα τους παντελόνια, τα δερμάτινα και τα δαχτυλίδια τους, την αίσθηση ελευθερίας και το «σας γράφουμε στα αρχίδια μας» στυλ τους, που μας μετέδιδαν, τόσο με την μουσική τους, όσο και με τις πόζες στα εξώφυλλα των δίσκων τους που «ερευνούσαμε» εξονυχιστικά! Κάποιοι τυχεροί απο εμάς αγοράζαν κια κάνα ξένο περιοδικό που μπορεί να μην καταλαβαίναμε τι έγραφε, αλλά το ότι αυτοί οι τύποι είχαν κουκλαρες δίπλα τους χαλαρές και ακομπλεξάριστες, το ότι φιλιόντουσαν και ότι το έκαναν άνετα και για ψύλλου πήδημα και καθε μέρα κιόλας δεν είχαμε καμία αμφιβολία. Και ο καριόλης ο διευθυντής να μας την στήνει στις σκάλες του σχολείου για να μας ελέγχει μπάς και μακρήναν τα μαλιά μας..... Και ήταν και αρρένων.... ΑΙΣΧΟΣ. Πιο τυχεροί ήμασταν όσοι είχαμε μεγαλύτερους αδερφούς, που σπουδάζανε στο εξωτερικό ή ήταν σε αναγκαστικές και επ’ αόριστο διακοπές από τη χούντα και μας έστελναν δέματα με δίσκους, κυρίως την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων. Έδινα λοιπόν πρώτα στη μαμά και στον μπαμπά τους απαγορευμένους δίσκους του Θεοδωράκη, με εκείνη τη γαϊδουροφωνάρα της Φαραντούρη που τραγούδαγε σαν αξιωματικός του κόκκινου στρατού, και μετά έβλεπα τους δικούς μου.
Δίσκοι εξωτικοί που ούτε είχα ακούσει τίποτα για αυτούς ούτε φανταζόμουνα ότι κυκλοφορούσαν τέτοια πράγματα. Τους τακτοποιούσα με ευλάβεια και τους άκουγα δίνοντας προτεραιότητα σε αυτούς με το πιο εντυπωσιακό εξώφυλλο! Η μυρωδιά τους δε, ήταν φανταστική! Το χαρτόνι, το βινύλιο, το νάυλον, ή δεν ξέρω και εγώ τι σκατά ήταν αυτό, ήταν άλλο πράγμα! Έπειτα, πολύωρη και προσεκτική ακρόαση. “Η έκσταση” μας λένε οι ανθρωπολόγοι, “εκδηλώνεται κλινικά με σπασμωδικές κινήσεις. Οι κινήσεις αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν απο τον έμπειρο παρατηρητή, ώς φανόμενα μιας μορφής καταληψίας”. Και μετά τηλέφωνο στους κολλητούς για να κάνουμε φιγούρα! Και η «οικιακή» χούντα να ωρύεται: «Τι είναι αυτά; Αλήτης έγινες, αδερφή...»
Κάτι που δυστυχώς το άκουσα αργότερα και από το στόμα ατόμων που είχαμε σε υπόληψη, όπως των αδελφών Φαληρέα που είχαν το Pop Eleven, το δισκάδικο στη Σκουφά. Τους είχα επισκεφτεί για να τους πάω την κασέτα των Lost Bodies, ΑΝΑΡΟΦΗΣΗ ΤΡΟΦΗΣ. Όταν την είδε ο ένας απο τους αδερφούς, τα μάτια του γούρλωσαν και το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του: “το Αναρόφηση γράφεται με δύο «ρ» και όχι με ένα, καταστροφείς της Ελληνικής γλώσσας, κομμησάριοι των Αμερικάνων”…… Δεν πίστευα στα αυτιά μου και σκέφτηκα φαντάσου και να την άκουγε κιόλας την κασέτα, δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι είχε γίνει εθνικιστής!
Το POP ELEVEN ήταν το καλύτερο και πιο ενημερωμένο δισκάδικο της Αθήνας τότε. Ένας χώρος που ήταν συνάμα και στέκι. Εκεί βρήκαν στέγη και τα πρώτα εναλλακτικά έντυπα απο τον χώρο της Αναρχίας. Όσο ήταν στην Σκουφά έβρισκες το “Όταν”, το “Μαυρος ήλιος”, μπροσούρες, ”το πεζοδρόμιο”, “Panderma”, “Κούρος” κ.λ.π. και γενικά τον εναλλακτικό τύπο της εποχής, μιας και οι Φαληρέηδες έγραφαν κιόλας άρθρα για την κατάληψη των άδειων κτηρίων κ.λ.π. Όμως οι ιδιοκτήτες τους καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, ύστερα ίσως από ένα …ισχυρό «συνειδησιακό» σοκ, αποκήρυξαν μετά βδελυγμίας το rock και την αλητεία και έπεσαν με τα μούτρα στα ρεμπέτικα, τα λαϊκά και την αισθητική της Omonoia Sound ( βλέπε τσιφτετέλια, σκυλάδικα κλπ), την πραγματική μουσική της Ελλάδας
Έπειτα αφήναμε τις κασέτες μας σε πολύ πιο φιλόξενα μέρη, όπως το βιβλιοπωλείο της Βαβέλ (μάλλον στην Ιπποκράτους αν θυμάμαι καλά), στο βιβλιοπωλείο “Ελεύθερος Τύπος” στα εξαρχεια και σε άλλα στέκια που ήταν φιλικά στα φανζιν σε Αθήνα Θεσσαλονίκη, Αγρίνιο, Άμφισα, Ηράκλειο, Κιάτο, κ.λ.π.
Δεν βαριέσαι… «Τα πάντα ρει», που έλεγε και ο αρχαιορόκερ Ηράκλειτος! Και πάλι καλά να λέμε! Γιατί κάποιοι άλλοι, ορκισμένοι ροκάδες, δεινόσυαροι, κόλλησαν στον κλασικό ήχο του rock και αρνούνταν πεισματικά να ακούσουν άλλα είδη μουσικής όπως το punk και το new wave, που σκάσανε μύτη από τα μέσα της δεκαετίας και μετά, λιώνοντας στο πικάπ όλους τους δίσκους του Neil Young, υποστηρίζοντας ότι το rock τελείωσε εκεί! Ούτε συζήτηση φυσικά για το Rave……
Όσοι την έψαχναν πιο πολύ εκείνη την εποχή και είχαν την δυνατότητα να αποκτήσουν δίσκους από το εξωτερικό ή να αγοράσουν μεταχειρισμένους από το Μοναστηράκι ανακάλυψαν την μαγεία της underground σκηνής με μπάντες όπως οι: Illinois Speed Press, United States of America, Chambers Brothers (με το υπέροχο The Time Has Come Today), Moby Grape, Hot Tuna, Electric Flag, Bloodrock, Vanilla Fudge, Pacific Gas and Electric, Fugs, Appaloosa, Spirit και άλλα πολλά, συγκροτηματάρες που γράφτηκαν όλες στο Marmangas Fan Club.
Τα μαλλιά μας στο μεταξύ άρχισαν να μακραίνουν και στα πάρτι μεθάγαμε, έστω και με βερμούτ. Οι βρισιές στο δρόμο πήγαιναν σύννεφο, οικοδόμοι μας πέταγαν λάσπες από τον τρίτο ή τέταρτο όροφο, άλλοι μας κορόιδευαν φωνάζοντάς μας: “Λεχρίτες”, “Αλήτες”, “Δεσποινίς” κ.λ.π.…(Κάτι ανάλογο, λόγω εμφάνισης, ντυσίματος και συμπεριφοράς τράβηξαν και τα πανκιά την δεκαετία του ’80).
Οι εφημερίδες της εποχής πάντα πρωτοπόρες στην παραπληροφόρηση και την χυδαιότητα, με αφορμή την άφιξη εκατοντάδων σπηλαιοχίπιδων στα Μάταλα, έβγαζαν από τα συρτάρια τους ότι άσχετες γυμνές φωτογραφίες είχαν και τις τοποθετούσαν κάτω από τους τίτλους «Ναρκωτικά», «Όργια», «Άπλυτοι», «Αγανακτισμένοι Κρητικοί», δίνοντας …γαργαλιστικές λεπτομέρειες, για το λαίμαργο αναγνωστικό κοινό.
Ο ελληνικός κινηματογράφος είχε ξεσαλώσει -το τι φάπα έριχνε η Βλαχοπούλου σε κάτι κατσιασμένους και παρμένους με περούκες δεν λέγεται- ενώ η ταινία για το Woodstock ήταν απαγορευμένη. Λίγο αργότερα, 15 χρονών εγώ τότε, είχαμε την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την πτώση της χούντας. Και μετά μας βάλανε σε ένα λούκι που την κορύφωσή του τη ζήσαμε στο πολιτικό overdose της μεταπολίτευσης, με ένα μπουμ στα πολιτικά βιβλία που πουλιόντουσαν σαν τα ζεστά ψωμάκια. Αλλά και οποιαδήποτε μαλακία είχαν απούλητη οι έμποροι και έγραφαν πάνω «Απαγορευμένο από τη Χούντα» γίνονταν ανάρπαστο! Ξεσαβούρωσαν γερά δηλαδή…
Τα συλλαλητήρια καθημερινά με το «Λαό για το Λαό» μαζί με το λαό, «Ψωμί Ελία Ελευθερία» φώναζα, δεν είχα καλακούσει τι έλεγαν οι άλλοι, αυτό φώναζα εγώ! Αλλά δεν είχε σημασία, η έξαψη μάς είχε κάνει άλλους ανθρώπους. Φοράγαμε τζάκετ χακί στρατιωτικά, παράξενο πράγμα μόλις είχαμε βγει από την στρατιωτική δικτατορία και «στρατευόμασταν» ξανά, κάτι μου φαινόταν λίγο κάπως, κάτι δεν μου πολύ πολυάρεσε. Ο παλμός όμως που μου έδινε η μάζα που για πρώτη φορά γινόμουνα ένα μαζί της, αυτό το παραλήρημα με κάλυπτε και έτσι έκανα λίγο τα στραβά μάτια με κάτι μουστακαλήδες αγριεμένους με σφιχτές γροθιές και πεταμένες τις φλέβες που είχα δίπλα μου. Μα που στο διάολο ήταν όλοι αυτοί στην περίοδο της χούντας; Εαν υπέρχε viral seartch εκείνη την εποχή η μάστ κουβέντα θα ήταν ήταν: “Η σφαίρα μου περασε ξυστά απο τη μύτη” και με ξιπασιά παρακαλώ…… Σε ένα απο τα πρώτα συλαλητήρια στα προπύλαια, τις σκέψεις μου και τις όποιες αμφιβολίες, καθώς και τα συνθήματα του κόσμου, τα διέκοψε μία ανακοίνωση από τα μεγάφωνα μιας συντρόφισσας από την ΕΦΕΕ που μας πληροφορούσε ότι στην αριστερή γωνία των Προπυλαίων και κοντά στη γωνία της Κοραή έχει μαζευτεί μία ομάδα από φασίστες προβοκάτορες που προκαλούν. Δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Σε δευτερόλεπτα έγινε χαμός! Οι μύες συσπάστηκαν, οι γροθιές ήταν έτσι κι αλλιώς σφιγμένες, σαν τυφώνας κινηθήκαμε σε μία κατεύθυνση και από τη λύσσα μου κλώτσαγα όποιον έβρισκα μπροστά μου και σίγουρα προτού φτάσω στο σημείο που μας είχε υποδειχθεί από τα μεγάφωνα. Έδινα και έτρωγα συνέχεια κλωτσιές και μπουνιές, δεν καταλάβαινα τίποτα εκείνη την στιγμή. (Την άλλη μέρα βέβαια ήμουνα ολόκληρος μελανιασμένος!)
Όταν η κατάσταση ξεκαθάρισε λίγο πρόσεξα ότι αυτοί που ήταν πεσμένοι κάτω με ανοιχτές μύτες, και τους κλώτσαγαν ακόμα, δεν έμοιαζαν και πολύ με ασφαλίτες ή φασίστες προβοκάτορες όπως μας είχαν πληροφορήσει. Μπορεί τα απομεινάρια κάτω να ήταν μαύρα πανό, αλλά πάνω τους είχαν ζωγραφισμένες κάτι κόκκινες αλυσίδες και ένα χέρι που κράταγε ένα …ομορφούλικο δυναμίτη! Οι δε σημαίες που ήταν σπασμένες κάτω, ήταν μαύρες και κόκκινες! Επίσης παρόλες τις φάπες που είχαν φάει από τους αγριεμένους μουστακαλήδες ήταν πιο συμπαθητικοί από αυτούς, με τα μακριά τους μαλλιά και τις κοπελιές τους δίπλα. Ω ναι! Οι κοπελιές τους! Κάτι μου θύμισαν! Εκεί ψυλλιάστηκα για τα καλά!
Το στέκι τους ήταν το Octopus Press, ένα μικρό βιβλιοπωλείο στην Κωλέττη που το είχε ανοίξει ο Τέος Ρόμβος και στο οποίο σύχναζαν όλοι οι underground της εποχής εκείνης, καλλιτέχνες και μη. Εκεί γίνονταν συζητήσεις για dada και σουρεαλισμό, για κινηματογράφο, για την αναρχία, για το φτωχό θέατρο του Grotowski ή το Living Theater, τον Frank Zappa τη λογοτεχνία, τον Μάη του ’68 και για όλα τα μουσικά κινήματα.
Το βιβλιοπωλείο απ’ έξω ήταν βαμμένο όλο μαύρο, σε αντίθεση με τις ιδέες του, που ήταν φωτεινές, εξωτικές, υπέροχες. Και όχι μόνο υπήρχε χώρος για τη δική σου σκέψη και άποψη, αλλά οι ιδέες ζυμώνονταν και πλάθονταν καθημερινά (ναι ρε καθημερινά πήγαινα αφού είχα κάθε μέρα φροντιστήριο!)
Η μουσική που έπαιζε στο φορητό κασετόφωνο ήταν Blind Faith, Lou Reed, Van Morrison Alman Brothers, Traffic, Steppenwolf, Mike Bloomfield, οι δε κοπελιές που ήταν ο μισός περίπου πληθυσμός ήταν γλυκιές, θηλυκές, χαλαρές και ερωτικές. Τελικά μια μολότωφ απο τους φασίστες ασφαλίτες της εποχής το έκαψε και οτι βιβλία γλυτώσαν ήταν λιγδιασμένα απο το πετρέλειο την βόμβας.... Όταν το Octopus έκλεισε, πηγαίναμε Εξάρχεια για μπύρες και κουβεντολόι.
Οι διαδηλώσεις που κάναμε δεν ήταν περιπατητικού τύπου, αλλά περιείχαν όλα τα στοιχεία της ντανταϊστικής αισθητικής και του …αθλητικού πνεύματος! Ρίψεις μπάζων και μεταλλικών βάσεων της ΒΙΟΣΩΛ, φωτισμός του χώρου με τους σοβιετικούς λαμπτήρες Μολότοφ, free shopping! Και ύστερα από την προτροπή του προοδευτικού κυρίως Τύπου για να μαζέψουν επιτέλους τους «χουντικούς προβοκάτορες» με τις πρωτοσέλιδες φωτογραφίες από τα ΝΕΑ, με τα πρόσωπα να φαίνονται φως φανάρι, και λεζάντα «Ποιοι είναι τέλος πάντων αυτοί και γιατί δεν τους συλλαμβάνει κανείς;» και τις συλλήψεις που επακολούθησαν, μπήκαν στην ζωή μας και οι «Haute Couture» κουκούλες!
Και βέβαια αντί μετά να καταλήξουμε σε κουτούκι της Καισαριανής για γίγαντες και ταραμοσαλάτα με ούζο, πηγαίναμε στο jazz rock του Mπαράκου στην Πλάκα, για να ακούσουμε Zappa, King Crimson, Al Kooper, Dizzy Gillespie, Zoot Sims, Illinois Jacquet, Johnny Hodges, σινεμά να δούμε το Quadrophenia, τον Ξένοιαστο Καβαλάρη ή το Zabriskie Point και το Blow Up του Antonioni.
Τα σχολικά πάρτι τα αντικατέστησαν τα open air happenings στα Εξάρχεια με μπύρες και πολλά όργανα, ντέφια, νταούλια, φλογέρες, βιολιά, ηλεκτρικές κιθάρες που είχαν για ενισχυτή φορητά κασετόφωνα και όλοι μαζί έπαιζαν ότι τους κάπνιζε, ήξεραν δεν ήξεραν, μέχρι να συντονιστεί όλο αυτό τυχαία και να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά -τύφλα να ’χει ο Captain Beefheart!
Από το Octopus κουβαλούσαν κάτι σπασμένες κούκλες που τις είχαν βρει στα σκουπίδια και τις είχαν βάψει, καθώς και άλλα εδώδιμα και αποικιακά. Κάποιοι έφερναν κάτι πάνελ που τα ζωγράφιζαν με τη μέθοδο «σκύψε μη σου ’ρθει στο κεφάλι» και γενικά υπήρχε μια ατμόσφαιρα γιορτής και η αίσθηση ότι αυτή η πόλη μπορεί να είναι ζωντανή…
Αυτά τα πάρτι συνήθως τέλειωναν με γιαουρτοπόλεμο! Το γιαούρτι έδινε ωραίο χρώμα στο άγαλμα της πλατείας ολοκληρώνοντας και το πάνελ με τις ζωγραφιές μας!
Βέβαια ήταν πολύ αυτοί που δεν μας γούσταραν. Από τους καταστηματάρχες της περιοχής γιατί τους χαλάγαμε την ησυχία τους, μέχρι τους Κνίτες και τους Πασοκτζήδες που τους χαλάγαμε τα πανό με τις ανακοινώσεις τους. Έτσι καλούσαν κάθε τρεις και λίγο την αστυνομία. Ούτε οι «παπατζήδες» της Ομόνοιας, που άραζαν κι αυτοί στα Εξάρχεια, μας πολυγούσταραν γιατί όταν πλάκωνε η αστυνομία τους μπαγλάρωνε και αυτούς μέσα!
Αντίθετα οι της ΠΠΣΠ και οι ΕΚΚΕτζήδες δεν χρειάζονταν τη βοήθεια των ΜΑΤ, καθάριζαν μόνοι τους με τα μπράτσα τους… Όλοι αυτοί οι αριστεροί φοιτητές, στην πλειοψηφία τους ήταν άνθρωποι βλοσυροί, αυστηροί, βαθιά συντηρητικοί, που ο φανατισμός ήταν μέσα στα κύτταρά τους και θα τους ακολουθούσε σε όλη τους τη ζωή. Απλώς θα εμφανιζόταν κάθε φορά με άλλο πρόσωπο: σαν οικολόγοι, σαν νέο-ορθόδοξοι, σαν νέο-εθνικιστές, σαν γλωσσαμύντορες, σαν υγιεινιστές, σαν προοδευτικοί, σαν τα κέρατά τους τα τράγια…
Αυτοί ήταν που έβαλαν καθαρά άσπρα πουκάμισα και τα κορδόνια από το πουγκί τους έσφιγγαν το λαιμό τους πιο σφιχτά από ότι οι γραβάτες τους. Οι προοδευτικοί πολιτικά που ψήφιζουν ρεαλιστικά, που καβατζάρανε τους προοδευτικούς χώρους και γλεντάνε με έντεχνα (είμαστε προοδευτικοί αλλά όχι των άκρων) και σιγά-σιγά γίνανε δεξιάτζες του κερατά, δημιουργώντας προβλήματα με τη μανία τους για εξουσία. Είναι οι ίδιοι που σε οποιονδήποτε χώρο κι αν μπήκαν, κινηματογράφο, λογοτεχνία, δημοσιογραφία, ακόμα και ως ειδικοί του underground, του Ρόκ ή της Punk, κλώτσησαν τους άλλους γύρω τους, πιάσανε τις καρέκλες, προώθησαν την ανοησία τους και έχουνε πάντα ένα τεράστιο δάχτυλο να σου κουνάνε. Είναι αυτοί οι ίδιοι που δεν υπήρξαν ποτέ τους νέοι που είναι άχρωμοι, που τους κυκλώνει το γκλάμουρ, το κιτs και το πλαστικό και ό,τι αγγίζουν με τα χέρια τους το παγώνουν. Είναι τέλος αυτοί που θα χριστούν ακαδημαϊκοί γιατί ήταν μια ζωή καθίκια…
Εμείς όμως εκεί! Το δικό μας δρόμο και στα αρχίδια μας οι «έξυπνοι» που πάνε πιο ψηλά… Αυτό το κομμάτι της ζωής μας, μάς άνοιξε τα μυαλά και πήραν αέρα να μη σκουριάσουνε. Μας έδωσε το στίγμα και την ώθηση να κρατηθούμε μακριά από μιζέριες και -ισμούς και επίσης τα πρώτα εφόδια για το σακούλι που χρειάζεται κάθε βεδουίνος της ζωής.
Και βέβαια η μαγεία στο χώρο του rock συνεχίζεται, με περίεργα μουσικά σχήματα που έκαναν την κλασική άποψη του rock να φαντάζει παραδοσιακή. Έδωσαν το δικό τους στίγμα, τον προσωπικό τους ήχο, ανοίγοντας νέους δρόμους στη μουσική: Can, Popol Vuh, Amon Duul II και όλη αυτή η γερμανική σκηνή (Kraoutrock) στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Και εκείνο το αριστούργημα των Faust -ο άσπρος δίσκος με την ακτινογραφία της γροθιάς απ’ έξω, που αρκετούς από εμάς τους εκτροχίασε στέλνοντας μας κατευθείαν πάνω στον Stockhausen και το Telemusic του ’66, τον εκπληκτικό Dieter Schnebel και το Atemzuge του ’70 και το Orient Occident του ’60 από τον Iannis Xenakis. Και πολλούς άλλους που δεν τους είχαμε πάρει μυρωδιά ότι υπάρχουν…
Έπειτα έσκασε μύτη το Punk που ήταν η ζωωγόνος δύναμη της Rock η συνεχής επανάσταση ας πούμε, εκεί που το Rock είχε βαλτώσει στην θολούρα της βολεψιάς και του μπάφου, εκεί που έντυνε ανερυθρίαστα τις διαφημίσεις τη Κόκα κόλας και της σάλτσας Ραγκουλέτο, ήρθε το λυσασμένο κίνημα της Punk να ξαναδώσει ανάσα και δροσιά στην αιχμηρή αυθάδια, της αναζήτησης, της αμφισβήτησης της υποκουλτούρας που βγήκε μέσα απο τα κινήματα.
Ωστόσο στην πορεία μάθαμε ότι όσο πιο βαθιά ψάχνεις τόσο πιο καθαρά πράγματα βρίσκεις, λες και το «καλό» ξέρει να κρύβεται και να περιμένει αυτούς που αξίζει να το πιάσουν στα χέρια τους… Η αναζήτηση συνεχίζεται και θα συνεχίζεται για πάντα και είναι μαράζι μεγάλο που το ξέρουν και το καταλαβαίνουν όσοι έχουν βγάλει στην επιφάνεια τον Adolf Wolfli, τους Death Grips και το αριστουργηματικό γεμάτο δύναμη και ψυχή “No Love”.
Όσο κάποιοι μουσικοί βούτηξαν και κλέψανε «τη φωτιά», θα ανοίγει μια καινούργια πληγή και ’να χαμόγελο θα φωτίζει το πρόσωπό μας…
Ο Arthur Rimbaud έλεγε ότι ο ποιητής γίνεται ο μεγάλος άρρωστος, ο μεγάλος εγκληματίας, ο μεγάλος καταραμένος και ο μεγάλος σοφός. «Γιατί φτάνει στο άγνωστο και όταν πανικόβλητος καταλήξει να χάσει τη γνώση των οραμάτων, ΤΑ ΕΧΕΙ ΔΕΙ… Τι κι αν χαθεί καθώς πετάει εκστατικά μέσα από το ανήκουστο και το ακατανόμαστο. Αν αυτό που φέρνει από ’κει κάτω έχει μορφή, τότε δίνει μορφή. Αν είναι άμορφο, δίνει κάτι άμορφο».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου