«Μπορεί τελικά μια "κακή" τέχνη να είναι πιο αληθινή από μια τεχνικά άρτια; Ο Νίτσε απέτυχε ως συνθέτης, αλλά ίσως η "αποτυχία" του αυτή να είναι η πιο ανθρώπινη πτυχή της μεγαλοφυΐας του.»
Το 1872, ο Νίτσε ολοκλήρωσε το πιο φιλόδοξο έργο του, τη "Manfred Meditation" (Μανφρέντ Διαλογισμός), ένα ντουέτο για πιάνο εμπνευσμένο από τον δραματικό ήρωα του Λόρδου Βύρωνα. Γεμάτος ενθουσιασμό, έστειλε το χειρόγραφο στον κορυφαίο διευθυντή ορχήστρας της εποχής και φίλο του Ρίχαρντ Βάγκνερ, τον Hans von Bülow. Η απάντηση που έλαβε ήταν ένας πνευματικός "πέλεκυς". Ο von Bülow, χωρίς να χαριστεί στον φιλόσοφο, χαρακτήρισε τη σύνθεση ως: «Το πιο εξωφρενικό πράγμα που έχω δει ποτέ σε χαρτί... μια βεβήλωση του μουσικού πνεύματος». Του επισήμανε ότι οι νότες του ήταν «αντιμουσικές», γεμάτες τεχνικά λάθη και μια «παράδοξη αγριότητα» που θύμιζε περισσότερο παραλήρημα παρά τέχνη. Αυτή η κριτική πλήγωσε τον Νίτσε βαθιά, σημαδεύοντας την οριστική του απομάκρυνση από τις μεγάλες μουσικές φιλοδοξίες, αν και δεν έπαψε ποτέ να παίζει πιάνο για να ανακουφίζει την ψυχή του.
Η Ταπείνωση και η Αρχοντιά της Αποδοχής
Η απάντηση του von Bülow δεν ήταν απλώς αυστηρή, ήταν ωμή. Έγραψε στον Νίτσε:
«Η μουσική σας... είναι το πιο εξωφρενικό πράγμα που έχω δει ποτέ σε χαρτί. Αν το εννοείτε σοβαρά, τότε πρόκειται για μια βεβήλωση του μουσικού πνεύματος. Είναι μουσικά αδύνατη, μια μορφή βασανιστηρίου για το αυτί».
Πώς αντέδρασε ο άνθρωπος που κήρυττε τη δύναμη και την υπερηφάνεια; Ο Νίτσε, αντί να εξοργιστεί, απάντησε με μια συγκλονιστική επιστολή που αποκάλυπτε την εσωτερική του πάλη:
«Γνωρίζω καλά ότι η μουσική μου είναι το έργο ενός ερασιτέχνη... Όμως, είναι η μόνη μου διέξοδος. Χωρίς αυτήν, δεν θα άντεχα το βάρος των σκέψεών μου».
Αυτή η παραδοχή είναι ίσως η πιο ειλικρινής στιγμή του φιλοσόφου. Για τον Νίτσε, η σύνθεση της Manfred Meditation δεν ήταν μια επίδειξη δεξιοτεχνίας, αλλά μια κραυγή επιβίωσης. Ήταν η προσπάθειά του να δώσει μορφή στον τρόμο που ένιωθε μπροστά στο κενό της ύπαρξης—έναν τρόμο που χρόνια μετά, στο Τορίνο, θα τον οδηγούσε στην οριστική σιωπή.
Η ΠΡΕΜΙΕΡΑ
Η ιστορία της «πρώτης εκτέλεσης» της Manfred Meditation είναι σχεδόν τόσο τραγική όσο και η ίδια η σύνθεση, καθώς για πάνω από έναν αιώνα το έργο παρέμεινε ουσιαστικά «βουβό» και καταδικασμένο από την κριτική.
1. Η «ιδιωτική» πρεμιέρα (1872)
Το έργο δεν παίχτηκε ποτέ σε δημόσια συναυλία κατά τη διάρκεια της ζωής του Νίτσε. Η μόνη «εκτέλεση» που γνωρίζουμε ήταν μια ιδιωτική ανάγνωση στο πιάνο. Ο Νίτσε το έπαιζε ο ίδιος μαζί με τον φίλο του Franz Overbeck (καθώς είναι γραμμένο για τέσσερα χέρια) στο σπίτι τους στη Βασιλεία.
2. Η δημόσια απαξίωση
Όταν το έστειλε στον Hans von Bülow το 1872, ήλπιζε ότι ο μαέστρος θα το έβρισκε ενδιαφέρον για να παιχτεί. Η απάντηση του von Bülow («ένα έγκλημα στον κόσμο της ηθικής», «βιασμός της Μούσας») λειτούργησε ως απαγορευτικό. Κανένας μουσικός της εποχής δεν θα τολμούσε να αγγίξει ένα έργο που είχε δεχτεί τέτοια ισοπεδωτική κριτική από την αυθεντία της εποχής.
3. Η σύγχρονη «ανάσταση» (20ός αιώνας)
Χρειάστηκε να περάσουν πολλές δεκαετίες για να αντιμετωπιστεί η μουσική του Νίτσε με ιστορικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, ανεξάρτητα από τις τεχνικές της ατέλειες.
1981: Μια από τις σημαντικότερες σύγχρονες εκτελέσεις έγινε από τον διάσημο βαρύτονο (και πιανίστα) Dietrich Fischer-Dieskau και τον Aribert Reimann. Αυτή η ηχογράφηση έβγαλε το έργο από την αφάνεια και το έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό.
1992: Καταγράφεται μια σημαντική δημόσια συναυλία στο Steinway Hall της Νέας Υόρκης, όπου οι πιανίστες John Bell Young και Thomas Coote παρουσίασαν τη "Manfred Meditation", δίνοντάς της τη θέση που της αναλογούσε σε μια αίθουσα συναυλιών.
Γιατί δεν παιζόταν;
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η κριτική του von Bülow. Το έργο είναι τεχνικά αλλόκοτο:
Έχει απότομες αλλαγές στον ρυθμό που θεωρούνταν «λάθη» για τα δεδομένα του 19ου αιώνα.
Η δομή του είναι κατακερματισμένη, θυμίζοντας περισσότερο τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό που έκανε ο Νίτσε όταν βρισκόταν σε κατάσταση υπερδιέγερσης.
Σήμερα, η Manfred Meditation θεωρείται ένα πρόδρομο έργο του εξπρεσιονισμού. Αυτό που ο von Bülow έβλεπε ως «χάος», οι σύγχρονοι ακροατές το βλέπουν ως μια ειλικρινή αποτύπωση μιας ψυχής που καταρρέει.
Η έμπνευση του Νίτσε για τη "Manfred Meditation" προήλθε από το ομώνυμο δραματικό ποίημα του Λόρδου Βύρωνα (Manfred, 1817). Ο Μανφρέντ είναι ο απόλυτος «Βυρωνικός ήρωας»: ένας άνθρωπος που ζει απομονωμένος στις Άλπεις, βασανισμένος από τρομερές ενοχές για ένα ανείπωτο έγκλημα του παρελθόντος, ο οποίος αρνείται την υποταγή σε θρησκευτικές ή υπερφυσικές δυνάμεις.
Ο Νίτσε ταυτιζόταν απόλυτα με την πνευματική μοναξιά και την υπερηφάνεια του Μανφρέντ. Ακολουθούν οι πιο εμβληματικοί στίχοι από τον Τρίτο Μονόλογο του έργου, που συμπυκνώνουν τη φιλοσοφία που ο Νίτσε προσπάθησε να μεταφέρει στο πιάνο:
Απόσπασμα από τον "Μανφρέντ" (Λόρδος Βύρων)
«Το μυαλό, το πνεύμα, η αθάνατη πνοή μέσα μου, αυτοδημιούργητο είναι και αυτογεννημένο από την ίδια του την ενέργεια· δεν λυγίζει μπροστά σε καμία δύναμη, παρά μόνο στη δική του. Είναι ο δικός του δικαστής και ο δικός του τιμωρός...»
Γιατί αυτοί οι στίχοι «στοίχειωσαν» τον Νίτσε;
Η Αυτονομία του Πνεύματος: Ο Μανφρέντ λέει ότι το πνεύμα είναι «ο δικός του δικαστής». Αυτό είναι ο πρόδρομος της ιδέας του Νίτσε για τον άνθρωπο που δημιουργεί τις δικές του αξίες, πέρα από το καλό και το κακό.
Η Μοναξιά της Μεγαλοφυΐας: Όπως ο Μανφρέντ ζει στις παγωμένες κορυφές των Άλπεων, έτσι και ο Νίτσε έγραφε συχνά για το «υψόμετρο» της σκέψης του, όπου ο αέρας είναι καθαρός αλλά παγωμένος και μοναχικός.
Η Τραγωδία της Γνώσης: Μια από τις πιο διάσημες φράσεις του ποιήματος, την οποία ο Νίτσε λάτρευε, είναι: «Η γνώση δεν είναι ευτυχία». Ο Μανφρέντ υποφέρει επειδή γνωρίζει πάρα πολλά, κάτι που ο Νίτσε ένιωθε ότι ήταν και η δική του μοίρα.
Η Σύνδεση με τη Μουσική
Όταν ακούς τη Manfred Meditation, προσπάθησε να φανταστείς αυτόν τον ήρωα να στέκεται στην άκρη ενός γκρεμού μέσα στην καταιγίδα. Οι απότομες παύσεις και οι «άγριες» νότες που εξόργισαν τον von Bülow ήταν η προσπάθεια του Νίτσε να περιγράψει μουσικά τον εσωτερικό διχασμό ενός ανθρώπου που αρνείται να ζητήσει συγχώρεση.
Από τον Υπερήφανο Μανφρέντ στην Αγκαλιά του Αλόγου
Η τραγική ειρωνεία στη ζωή του Νίτσε κρύβεται στη μετάβαση από τον ήρωα στον άνθρωπο. Ο Μανφρέντ του Βύρωνα, που ενέπνευσε τη νεανική του σύνθεση, ήταν ένας ήρωας που αρνήθηκε να λυγίσει, που δεν ζήτησε έλεος από καμία δύναμη, γήινη ή θεϊκή. Ο Νίτσε προσπάθησε να «ντύσει» αυτή την υπεράνθρωπη υπερηφάνεια με νότες, όμως η μουσική του –όπως παρατήρησε ο von Bülow– ήταν ήδη γεμάτη από ρωγμές και έναν υπόκωφο πόνο που η λογική δεν μπορούσε να τιθασεύσει.
Δεκαεπτά χρόνια μετά τη σύνθεση της Manfred Meditation, ο φιλόσοφος που ύμνησε τη σκληρότητα της θέλησης, βρέθηκε να καταρρέει μπροστά σε μια σκηνή καθημερινής βαναυσότητας. Στην Piazza Carlo Alberto, ο Νίτσε δεν ήταν πια ο Μανφρέντ που αψηφούσε τους δαίμονες στις κορυφές των Άλπεων. Ήταν ένας άνθρωπος που, μπροστά στον πόνο ενός αλόγου, άφησε την πανοπλία του «Υπερανθρώπου» να πέσει.
Ίσως εκείνη η τελευταία αγκαλιά στο άλογο να ήταν η δική του, αληθινή "Manfred Meditation": μια σιωπηλή σύνθεση απόλυτης ενσυναίσθησης. Όταν οι λέξεις στέρεψαν και η φιλοσοφία ηττήθηκε, απέμεινε μόνο ο λυγμός – η πιο ειλικρινής μουσική που παρήγαγε ποτέ η ψυχή του. Όπως ακριβώς και στο έργο του που κάποτε χλευάστηκε, ο Νίτσε απέδειξε πως η ομορφιά της ύπαρξης δεν βρίσκεται στην τελειότητα, αλλά στην ικανότητά μας να νιώθουμε το χάος και να το αγκαλιάζουμε, ακόμα κι αν αυτό μας οδηγήσει στην οριστική σιωπή.

.png)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου