Στις 11 Μαΐου 1937, γεννήθηκε στην Αθήνα μια φωνή που έμελλε να επαναπροσδιορίσει το βάθος
της ελληνικής ερμηνείας. Η Ελευθερία Παπαδαντωνάκη, η Φλέρυ που αγαπήσαμε, δεν υπήρξε ποτέ μια συμβατική τραγουδίστρια. Ήταν μια καλλιτεχνική οντότητα που μετέτρεπε την ευθραυστότητα σε πνευματική δύναμη, αφήνοντας πίσω της το πιο μελωδικό «σ’ αγαπώ» στην ιστορία του πολιτισμού μας.
της ελληνικής ερμηνείας. Η Ελευθερία Παπαδαντωνάκη, η Φλέρυ που αγαπήσαμε, δεν υπήρξε ποτέ μια συμβατική τραγουδίστρια. Ήταν μια καλλιτεχνική οντότητα που μετέτρεπε την ευθραυστότητα σε πνευματική δύναμη, αφήνοντας πίσω της το πιο μελωδικό «σ’ αγαπώ» στην ιστορία του πολιτισμού μας.
Η ζωή της ξεκίνησε μέσα σε ένα περιβάλλον εντάσεων. Μεγαλωμένη σε μια οικογένεια με βαθιές ρήξεις και έναν βίαιο πατέρα σκηνοθέτη, η Φλέρυ ένιωσε νωρίς την ανάγκη της φυγής. Στα 20 της χρόνια, το ταξίδι στην Αμερική δεν ήταν απλώς μια αναζήτηση καριέρας, αλλά μια πράξη απελευθέρωσης.
Εκεί, βυθίστηκε στη μελέτη της Φιλοσοφίας, της Κοινωνιολογίας και της Ψυχολογίας, στοιχεία που αργότερα προσέδωσαν στις ερμηνείες της αυτό το σπάνιο μεταφυσικό βάρος. Η επιτυχία δεν άργησε να έρθει: το 1965, η συμμετοχή της στο μιούζικαλ του Broadway «DO I HEAR A WALTZ?» ανάγκασε τους κριτικούς να τη συγκρίνουν με τη Λάιζα Μινέλι, αναγνωρίζοντας το τεράστιο εκτόπισμα της παρουσίας της.
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΝΟ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
Η μοιραία συνάντηση με τον Μάνο Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη το 1970 άλλαξε τον ρου της ελληνικής μουσικής. Ο συνθέτης είδε στο πρόσωπό της την ιδανική μούσα, μια ερμηνεύτρια που ισορροπούσε ανάμεσα στην τεχνική τελειότητα και τη γήινη αμεσότητα.
Η επιστροφή τους στην Ελλάδα το 1972 σφραγίστηκε από τον «ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΙΚΟ». Η Φλέρυ δεν τραγούδησε απλώς τους στίχους των ποιητών· τους μετέλαβε, χαρίζοντας μας εκτελέσεις που παραμένουν μέχρι σήμερα το απόλυτο μέτρο σύγκρισης. Παράλληλα, η στάση της κατά της Δικτατορίας στην αμερικανική τηλεόραση απέδειξε ότι η ευαισθησία της δεν στερούνταν θάρρους και πολιτικής συνείδησης.
Η ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ
Μετά τα μέσα της δεκαετίας του '80, η Φλέρυ άρχισε να αποσύρεται. Η απόφασή της να ζήσει απομονωμένη, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, συχνά παρεξηγήθηκε. Ωστόσο, για την ίδια, η ευτυχία δεν ήταν μια μόνιμη κατάσταση, αλλά μια φευγαλέα «στιγμή».
Έφυγε από τη ζωή στις 18 Ιουλίου 1998, νικημένη από τον καρκίνο, αφήνοντας πίσω της μια δυσαναπλήρωτη απουσία. Σήμερα, αναπαύεται στο κοιμητήριο της Παιανίας, δίπλα στον πνευματικό της μέντορα, Μάνο Χατζιδάκι.
Η Φλέρυ Νταντωνάκη παραμένει «η αηδόνα του φεγγαριού» που μας δίδαξε ότι η τέχνη είναι ο μόνος τρόπος να αντέξει κανείς την πραγματικότητα. Κάθε φορά που ακούγεται η φωνή της, ο χρόνος σταματά, υπενθυμίζοντάς μας ότι η αληθινή ομορφιά βρίσκεται πάντα εκεί που η λογική σταματά και ξεκινά το συναίσθημα.
Β
Η Φλέρη Νταντωνάκη πέρασε στην αιωνιότητα κυρίως μέσα από τη θεία ερμηνεία της στον «Μεγάλο Ερωτικό», όμως η σχέση της με την εικόνα και τον κινηματογράφο υπήρξε μια παράλληλη, αν και λιγότερο φωτισμένη, διαδρομή. Για τη Φλέρη, η μεγάλη οθόνη δεν ήταν πεδίο για «καριέρα», αλλά ένας ακόμα χώρος όπου μπορούσε να διοχετεύσει την εσωτερική της ένταση και τη μελέτη της πάνω στην ανθρώπινη ψυχή.
ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΟΤΡΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟΘΕΤΙΔΗ
Η κινηματογραφική της σπίθα φαίνεται πως άναψε πολύ νωρίς, πριν ακόμα η Φλέρη φύγει για την Αμερική. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η νεαρή τότε ερμηνεύτρια διατηρούσε αλληλογραφία με το εμβληματικό ζεύγος του ελληνικού θεάτρου, τον Βασίλη Λογοθετίδη και την Ίλυα Λιβυκού. Ο Λογοθετίδης, διακρίνοντας την έφεσή της, ήταν από τους πρώτους που την παρότρυναν να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στο σινεμά, βλέποντας πίσω από τη φωνή μια ισχυρή δραματική προσωπικότητα.
«ΟΡΕΣΤΗΣ»: Η ΔΙΠΛΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ
Το σημαντικότερο κινηματογραφικό κεφάλαιο γράφτηκε το 1969. Ο Βασίλης Φωτόπουλος, ο κορυφαίος Έλληνας σκηνογράφος που είχε ήδη τιμηθεί με Όσκαρ για τον «Ζορμπά», οραματίστηκε μια κινηματογραφική μεταφορά του «Ορέστη» και είδε στη Φλέρη την ιδανική πρωταγωνίστρια.
Η συμμετοχή της ήταν ένας άθλος εσωτερικότητας. Η Φλέρη κλήθηκε να ερμηνεύσει έναν διπλό, σχεδόν σχιζοφρενικό ρόλο: την Ηλέκτρα και την Κλυταιμνήστρα. Η ίδια είχε εξομολογηθεί πως η εμπειρία αυτή την άφησε εξαντλημένη, καθώς έπρεπε να μεταμορφώνεται από μια νέα γυναίκα 25 ετών (Ηλέκτρα) σε μια γυναίκα 90 ετών (Κλυταιμνήστρα), με πρόσωπο γεμάτο συσπάσεις που έπρεπε να εκφράζει τρόμο και οδύνη.
Στο πλευρό της είχε τον Hiram Keller, το είδωλο των αντεργκράουντ ταινιών του Andy Warhol και πρωταγωνιστή του «Satyricon» του Φελίνι. Παρά το γεγονός ότι η ταινία θεωρήθηκε από τους κριτικούς περισσότερο ως ένα εικαστικό έργο παρά ως μια συμβατική αφήγηση, η παρουσία της Φλέρης κατέγραψε μια μοναδική στιγμή όπου η αρχαία τραγωδία συνάντησε το πρόσωπο μιας μοντέρνας, «παιδεμένης» ερμηνεύτριας.
«ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΞΠΡΕΣ»: Η ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΦΛΕΡΗ
Το 1973, έχοντας πια επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα, η Φλέρη συμμετέχει σε κάτι εντελώς διαφορετικό: τη μικρού μήκους ταινία «Ακρόπολις Εξπρές» του Θεόδωρου Καλομοιράκη. Σε αυτή τη σουρεαλιστική κωμωδία, η Φλέρη υποδύεται μια υπέρ το δέον ρομαντική κοπέλα μέσα σε ένα τρένο.
Μέσα από ένα γκροτέσκο περιβάλλον με κλόουν, πλασιέ και καρικατούρες, η Φλέρη αναδεικνύει μια σπάνια πτυχή της: την ικανότητα να υπηρετεί το παράδοξο. Η ταινία ταξίδεψε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και στη Γαλλία, αφήνοντας πίσω της πλάνα μιας Φλέρης που μπορούσε να είναι ταυτόχρονα αιθέρια και κωμικά τραγική.
ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ
Η Φλέρη παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής, δηλώνοντας συγκλονισμένη από το «Μέχρι το πλοίο» του Αλέξη Δαμιανού. Αν και η ίδια έλεγε με σεμνότητα πως «υπάρχουν ήδη τόσες πρωταγωνίστριες», η δική της παρουσία στη μεγάλη οθόνη λειτούργησε όπως και στο τραγούδι: ως μια ιεροτελεστία.
Δεν την ενδιέφερε η «εικόνα» της, αλλά η αλήθεια του ρόλου. Σήμερα, οι σπάνιες κόπιες που διασώζονται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και τα πλάνα που αποσπάστηκαν με κόπο από τη λήθη, αποτελούν τα «σκόρπια σπαράγματα» ενός ταλέντου που δεν χωρούσε σε κανένα κάδρο. Η Φλέρη στην οθόνη ήταν, όπως και στη ζωή, ένα φως που αρνήθηκε να μπει σε καλούπια, προτιμώντας να λάμπει μέσα από τις σκιές της τέχνης
ΦΛΕΡΥ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ ΣΤΟ «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΞΠΡΕΣ»: ΜΙΑ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΡΑΓΕΣ
Το 1973 βρίσκει τη Φλέρη Νταντωνάκη να έχει επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα. Είναι η εποχή που ο «Μεγάλος Ερωτικός» ήδη δονεί την ελληνική δισκογραφία, ενώ η ίδια βρίσκεται σε μια δημιουργική αναμονή, ηχογραφώντας με τον Μάνο Χατζιδάκι τα τραγούδια για τον «Καπετάν Μιχάλη». Μέσα σε αυτό το κλίμα της καλλιτεχνικής εγρήγορσης, η Φλέρη πραγματοποιεί μια σπάνια και ιδιαίτερη εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη, πρωταγωνιστώντας στη σουρεαλιστική κωμωδία μικρού μήκους «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ΕΞΠΡΕΣ».
ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Η ταινία, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Θεόδωρου Καλομοιράκη, αποτελεί ένα 20λεπτο έγχρωμο κινηματογραφικό κομψοτέχνημα με τη φωτογραφία του Σταμάτη Τρύπου. Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1973, ενώ η ποιότητά της την οδήγησε μέχρι το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Γκρενόμπλ στη Γαλλία.
Δίπλα στη Φλέρη, το καστ συνέθεταν σημαντικά ονόματα της εποχής: ο Γιάννης Λαμπρόπουλος στον ρόλο του στρατιώτη, ο Σταμάτης Φασουλής, η Ευαγγελία Σαμιωτάκη, η Ντενίζ Μπαλτσαβιά και ο Κώστας Στυλιάρης.
Η ΥΠΟΘΕΣΗ: ΕΝΑΣ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΡΙΚΑΤΟΥΡΕΣ
Η Φλέρη υποδύεται μια υπέρ το δέον ρομαντική και ερωτοχτυπημένη κοπέλα, η οποία κατά τη διάρκεια ενός σιδηροδρομικού ταξιδιού αναπτύσσει μια ζεστή, ανθρώπινη σχέση με έναν στρατιώτη. Ωστόσο, η ηρεμία του βαγονιού διαταράσσεται από μια σειρά κωμικών και παράλογων επισκεπτών που λειτουργούν ως καρικατούρες της κοινωνίας:
Μια θεούσα που μοιράζει βίους Αγίων κρατώντας μια λαμπάδα και ένα ενοχλητικό καναρίνι.
Ένας πλασιέ που εισβάλλει προσπαθώντας να πουλήσει τα πάντα στους πάντες.
Μια καταπιεστική μάνα με το αγοράκι της.
Ένας παράξενος κλόουν, ο οποίος τρομοκρατείται από την ερωτική ορμή της κοπέλας και τρέπεται σε φυγή.
Η ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ
Ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Καλομοιράκης, σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», είχε περιγράψει την ταινία ως μια σπουδή πάνω στις ανθρώπινες επιδράσεις, όπου ο λόγος είναι ελάχιστος και η εικόνα πρωταγωνιστεί. Ενώ όλοι οι χαρακτήρες είναι δοσμένοι ως καρικατούρες, ο στρατιώτης και η κοπέλα (Φλέρη) είναι τα μόνα πρόσωπα που φέρουν ουσιαστικά, ανθρώπινα στοιχεία.
Η συμμετοχή της Φλέρης στο «Ακρόπολις Εξπρές» παραμένει ένα πολύτιμο ντοκουμέντο. Αναδεικνύει μια πτυχή της που συχνά λησμονούμε: την ικανότητά της να εντάσσεται στο σουρεαλιστικό και το παράδοξο με την ίδια ευκολία που υπηρετούσε το βαθύ δράμα, αποδεικνύοντας ότι η καλλιτεχνική της φύση ήταν τόσο απρόβλεπτη όσο και η ίδια η ζωή
Δ.
ΦΛΕΡΗ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ: Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟΝ «ΟΡΕΣΤΗ»
Η κινηματογραφική μοίρα της Φλέρης Νταντωνάκη φαίνεται πως είχε προδιαγραφεί πολύ πριν η ίδια κατακτήσει τις μουσικές σκηνές. Η στενή αλληλογραφία που διατηρούσε στα νιάτα της με τον Βασίλη Λογοθετίδη και την Ίλυα Λιβυκού υπήρξε καθοριστική, καθώς ο σπουδαίος ηθοποιός είχε διακρίνει νωρίς το υποκριτικό της χάρισμα, ωθώντας τη να δοκιμαστεί στο σινεμά.
ΜΙΑ ΤΟΛΜΗΡΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ
Το 1969, ο κορυφαίος σκηνογράφος και κάτοχος Όσκαρ Βασίλης Φωτόπουλος («Zorba the Greek»), αποφασίζει να περάσει πίσω από την κάμερα για να σκηνοθετήσει τον «ΟΡΕΣΤΗ». Για την ηρωίδα του, δεν αναζητά μια συμβατική ηθοποιό, αλλά το πρόσωπο της Φλέρης. Η επιστροφή της στην Ελλάδα για τα γυρίσματα στη Μάνη δεν ήταν αυτονόητη· το καθεστώς της 21ης Απριλίου και οι διώξεις φιλικών της προσώπων, όπως της Κίττυς Αρσένη, καθιστούσαν το ταξίδι ριψοκίνδυνο, παρά τις όποιες διαβεβαιώσεις είχαν δοθεί στον σκηνοθέτη από στελέχη της Χούντας.
ΤΟ «ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΙΚΟ» ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΠΛΟΥ ΡΟΛΟΥ
Η Φλέρη Νταντωνάκη στον «Ορέστη» δεν περιορίστηκε σε μία μόνο ερμηνεία. Σε μια κίνηση καλλιτεχνικής υπέρβασης, ο Φωτόπουλος της ανέθεσε να ενσαρκώσει ταυτόχρονα την Ηλέκτρα (25 ετών) και την Κλυταιμνήστρα (90 ετών).
Η ίδια είχε περιγράψει την εμπειρία αυτή ως εξοντωτική:
«Ήταν μια σχιζοφρενική κατάσταση. Έπρεπε να παίζω διαρκώς με ένα πρόσωπο γεμάτο συσπάσεις, αποδίδοντας συναισθήματα τρόμου. Στο τέλος, ούτε εγώ η ίδια δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου στον ρόλο της Κλυταιμνήστρας».
Συμπρωταγωνιστής της σε αυτό το εικαστικό πείραμα ήταν ο Hiram Keller, μια εμβληματική μορφή της αντεργκράουντ σκηνής του Andy Warhol και πρωταγωνιστής του Φελίνι, προσδίδοντας στην ταινία έναν διεθνή, πρωτοποριακό αέρα.
ΑΠΟ ΤΗ ΛΗΘΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Για δεκαετίες, η ταινία θεωρούνταν χαμένη ή ξεχασμένη, με τους κριτικούς της εποχής να την αντιμετωπίζουν περισσότερο ως μια «έκθεση εικαστικών έργων» του Φωτόπουλου. Χρειάστηκε μια επίμονη έρευνα το 2001 για να εντοπιστεί μια βουβή, φθαρμένη κόπια στα αρχεία της Ταινιοθήκης της Ελλάδος. Χάρη στις προσπάθειες των ερευνητών και την ψηφιακή αποκατάσταση που ακολούθησε, το κοινό μπόρεσε τελικά να αντικρύσει ξανά τη Φλέρη σε αυτή τη σπάνια κινηματογραφική της στιγμή.
Αν και η ίδια η Φλέρη, με τη χαρακτηριστική της σεμνότητα, δήλωνε τότε πως οι απαιτήσεις του ελληνικού σινεμά καλύπτονταν από άλλες πρωταγωνίστριες, η παρουσία της στον «Ορέστη» παραμένει ένα αξεπέραστο τεκμήριο της αισθητικής της τόλμης. Ήταν η στιγμή που η «φεγγαρική αηδόνα» δάνεισε το πρόσωπό της στο αρχαίο δράμα, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη της δεν είχε σύνορα ανάμεσα στη μουσική και την εικόνα.
Ε
ΦΛΕΡΗ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ & ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ (3)
. Τα Χρόνια της Νέας Υόρκης: Η «Γέννηση» μιας Ιέρειας
Πριν τον «Μεγάλο Ερωτικό», στη Νέα Υόρκη του 1970-71, ο Χατζιδάκις και η Φλέρη ζούσαν σε ένα κλίμα έντονης καλλιτεχνικής αναζήτησης. Εκεί, ο Μάνος την έβαλε να τραγουδήσει τα πάντα: από αμερικανικά jazz standards μέχρι κύκλους τραγουδιών που προορίζονταν για το εξωτερικό.
Το «Reflections»: Παρόλο που ο δίσκος ηχογραφήθηκε με τους New York Rock & Roll Ensemble, η Φλέρη ήταν η «σκιά» πίσω από τις μελωδίες. Ο Χατζιδάκις δοκίμαζε πάνω στη φωνή της τις τονικότητες.
Η «αποκάλυψη» στον Γκάτσο: Λέγεται πως όταν ο Χατζιδάκις τηλεφώνησε στον Νίκο Γκάτσο στην Αθήνα, του είπε: «Νίκο, βρήκα μια φωνή που δεν τραγουδάει με το λαιμό, αλλά με το πνεύμα. Είναι αυτή που περιμέναμε».
2. Η «Δύσκολη» Φλέρη και η Υπομονή του Μάνου
Ο Χατζιδάκις ήταν γνωστός για την αυστηρότητά του. Με τη Φλέρη όμως, έκανε εξαιρέσεις που δεν έκανε για κανέναν άλλον. Η Φλέρη υπέφερε από μια βαθιά υπαρξιακή ανασφάλεια που συχνά τη σταματούσε από το να ανέβει στη σκηνή.
Η ακύρωση στο Ρωμαϊκό Ωδείο: Υπάρχουν μαρτυρίες για συναυλίες όπου η Φλέρη, λίγα λεπτά πριν βγει, ένιωθε ότι «χανόταν». Ο Μάνος τότε, αντί να θυμώσει, καθόταν μαζί της στο καμαρίνι και της διάβαζε ποίηση ή της μιλούσε για τη μυθολογία, μέχρι να την επαναφέρει στο «φως».
Η «Λαϊκή Αγορά»: Όταν η Φλέρη τραγούδησε στη «Λαϊκή Αγορά», ο Χατζιδάκις την άφησε να αυτοσχεδιάσει με τρόπο που δεν επέτρεπε σε άλλους. Ήθελε να ακούσει το «λάθος» της, γιατί πίστευε ότι το λάθος της Φλέρης ήταν πιο αληθινό από την τελειότητα των άλλων.
3. Το Μεταφυσικό Τέλος
Η Φλέρη Νταντωνάκη πίστευε πολύ στη μεταφυσική και στη σύνδεση των ψυχών πέρα από το θάνατο. Όταν ο Χατζιδάκις πέθανε, πολλοί είπαν ότι η Φλέρη «έφυγε» μαζί του, παρόλο που έζησε βιολογικά για άλλα 11 χρόνια.
Η σιωπή των τελευταίων ετών: Μετά το 1994, η Φλέρη σχεδόν σταμάτησε να μιλάει για τη μουσική. Όταν τη ρωτούσαν για τον Μάνο, απαντούσε με μια φράση που έχει μείνει ιστορική: «Ο Μάνος δεν έφυγε, απλώς άλλαξε δωμάτιο».
Η κοινή ανάπαυση: Είναι συγκλονιστικό το γεγονός ότι οι δύο αυτοί άνθρωποι, που δεν υπήρξαν ποτέ ζευγάρι με την παραδοσιακή έννοια, επέλεξαν (μέσω των οικείων τους και των επιθυμιών τους) να βρίσκονται στον ίδιο χώρο στην Παιανία. Είναι η τελική επιβεβαίωση ότι η σχέση τους ήταν μια πνευματική συζυγία.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Τι μένει σήμερα;
Αν απομονώσουμε τη φωνή της Φλέρης από τις ενορχηστρώσεις του Χατζιδάκι, μένει μια αίσθηση γυμνής αλήθειας. Ο Χατζιδάκις δεν της έδωσε απλώς τραγούδια· της έδωσε ένα νόημα ύπαρξης. Κι εκείνη του ανταπέδωσε το δώρο, κάνοντας τις μελωδίες του να ακούγονται σαν να έρχονται από το μέλλον ή από ένα πολύ μακρινό παρελθόν.
Στοιχεία για το αρχείο σου:
Ηχογραφήσεις: Αναζήτησε τις σπάνιες πρόβες του «Μεγάλου Ερωτικού» που έχουν κυκλοφορήσει σε ανεπίσημες εκδόσεις. Εκεί ακούγεται ο Μάνος να της ψιθυρίζει τις διορθώσεις—είναι ένα μάθημα υψηλής αισθητικής.
Τελευταία Εμφάνιση: Η τελευταία φορά που το κοινό την ένιωσε πραγματικά παρούσα ήταν στις συναυλίες του «Σειρίου», όπου ο Μάνος την παρουσίαζε πάντα με ένα δέος που δεν έκρυβε ποτέ.
Αυτό το αφιέρωμα κλείνει εδώ, αλλά η μουσική τους θα συνεχίσει να γεννά νέες σκέψεις όσο υπάρχει ανάγκη για πραγματική ποίηση
ΣΤ
ΦΛΕΡΗ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ & ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ (2)
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ: Ο ΜΑΝΟΣ ΩΣ ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑΣ
Ο Χατζιδάκις δεν αντιμετώπισε ποτέ τη Φλέρη ως ένα απλό «όργανο» εκτέλεσης. Την έβλεπε ως μια συν-δημιουργό. Στις πρόβες για τον «Μεγάλο Ερωτικό», ο Μάνος εφάρμοσε μια μέθοδο αφαίρεσης. Ζητούσε από τη Φλέρη να αποβάλει κάθε περιττό βιμπράτο, κάθε «θεατρινισμό» και κάθε ίχνος λαϊκής υπερβολής.
«Φλέρη, μην τραγουδάς. Μίλα τη μουσική», της έλεγε συχνά.
Αυτή η προσέγγιση δημιούργησε ένα νέο πρότυπο ερμηνείας. Η Φλέρη, με το βαρύ πνευματικό της υπόβαθρο, κατάφερε να ενσαρκώσει την «ουδέτερη» αλλά γεμάτη συναίσθημα φωνή που ο Χατζιδάκις οραματιζόταν για να επενδύσει τον υψηλό λόγο του Γκάτσου και του Ελύτη. Η σχέση τους ήταν μια συνεχής άσκηση στην ταπεινότητα της τέχνης.
Η «ΕΞΟΡΙΑ» ΣΤΟ ΠΟΛΥΔΡΟΣΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Μετά την τεράστια επιτυχία του 1972, η Φλέρη άρχισε να δείχνει σημάδια μιας βαθιάς υπαρξιακής κόπωσης. Ο Χατζιδάκις, αντιλαμβανόμενος την εύθραυστη φύση της, λειτούργησε ως προστάτης. Την κάλεσε να ζήσει στο σπίτι του στο Πολύδροσο, θέλοντας να τη θωρακίσει από την «αγριότητα» της μουσικής βιομηχανίας που ζητούσε από εκείνη να γίνει μια mainstream ντίβα.
Εκεί, ανάμεσα σε συζητήσεις για τον Πλάτωνα, τον Βιτγκενστάιν και τον Σούμπερτ, διαμορφώθηκε η δεύτερη φάση της συνεργασίας τους. Ο Μάνος πίστευε ότι η Φλέρη ήταν η μόνη που μπορούσε να τραγουδήσει τα «Λειτουργικά», έργα που απαιτούσαν μια σχεδόν θρησκευτική προσήλωση.
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Παρά τη βαθιά τους αγάπη, η σχέση τους πέρασε από συμπληγάδες. Η Φλέρη, συχνά απρόβλεπτη και κυριευμένη από τις δικές της «φωνές», ακύρωνε εμφανίσεις την τελευταία στιγμή. Ο Χατζιδάκις, παρά τη γνωστή του αυστηρότητα, της συγχωρούσε τα πάντα.
Το περιστατικό στο Ηρώδειο: Λέγεται πως σε μια από τις σημαντικότερες συναυλίες τους, η Φλέρη ένιωσε ότι «δεν είχε τη φωνή της». Ο Μάνος την κράτησε από το χέρι, την οδήγησε στο πιάνο και της ψιθύρισε: «Δεν χρειάζεται φωνή, Φλέρη. Χρειάζεται μόνο να υπάρχεις».
Αυτή η άνευ όρων αποδοχή ήταν που κράτησε τη Φλέρη δημιουργική για τόσο μεγάλο διάστημα. Ήξερε ότι στον «κόσμο του Μάνου» ήταν πάντα ασφαλής.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ
Όταν ο Χατζιδάκις έφυγε από τη ζωή το 1994, η Φλέρη έχασε το σημείο αναφοράς της. Σε μια από τις τελευταίες της σπάνιες συνεντεύξεις, είχε πει:
«Ο Μάνος ήταν το φως μου. Τώρα που έσβησε, περπατάω ψηλαφιστά στο σκοτάδι».
Η τελευταία δεκαετία της ζωής της ήταν μια σιωπηλή υποχώρηση. Η γυναίκα που είχε ερμηνεύσει τον απόλυτο έρωτα, επέλεξε τη μοναξιά και την προσευχή, σαν να ήθελε να διατηρήσει ανέπαφη την ιερότητα εκείνης της συνεργασίας.
ΓΙΑΤΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ;
Αισθητική Συγγένεια: Και οι δύο απεχθάνονταν το χυδαίο και το πρόχειρο.
Πνευματικότητα: Δεν τους ένωνε μόνο η μουσική, αλλά μια κοινή οπτική για τη ζωή ως μια διαρκή αναζήτηση του «θείου».
Η Άρνηση του Εμπορίου: Ποτέ δεν εξαργύρωσαν τη χημεία τους με φτηνές επιτυχίες. Κάθε κοινή τους νότα ήταν μια κατάθεση ψυχής.
ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥΣ
Η Φλέρη Νταντωνάκη και ο Μάνος Χατζιδάκις μας δίδαξαν ότι η μουσική μπορεί να είναι κάτι πολύ περισσότερο από διασκέδαση· μπορεί να είναι ένας δρόμος προς την αυτογνωσία. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» τους θα στέκει πάντα εκεί, για να μας θυμίζει ότι στην Ελλάδα υπήρξε κάποτε μια εποχή που η ομορφιά ήταν ο μοναδικός κανόνας.
Πηγές και Περαιτέρω Μελέτη:
Αντώνης Μποσκοΐτης: "Φλέρη Νταντωνάκη - Η φεγγαρική αηδόνα" (LIFO).
Μάνος Χατζιδάκις: "Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι" (Εκδόσεις Ίκαρος).
Αρχείο "Σείριος" - Ηχογραφήσεις και πρόβες 1972-1991.
Σημείωση: Το αφιέρωμα αυτό ολοκληρώνεται με τη διαπίστωση ότι η Φλέρη δεν υπήρξε απλώς η "μούσα" του, αλλά το ίδιο το "πρόσωπο" της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι
Ζ
Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΦΛΕΡΗΣ ΣΤΟ «ΚΟΝΣΕΡΤΟ 70» ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΞΑΡΧΑΚΟΥ
Επίσης, για την εμφάνιση της Φλέρης Νταντωνάκη στη συναυλία του Σταύρου Ξαρχάκου υπάρχουν αρκετά ντοκουμέντα της εποχής. Η Λότη Πέτροβιτς, μάλιστα, διέσωσε στο αρχείο της το πρόγραμμα της συναυλίας που δόθηκε στις 29 Μαΐου του 1970 στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ και που δίπλα στη Φλέρη τραγουδούσαν ο νεαρότατος Βλάσσης Μπονάτσος και ο Σταμάτης Κόκοτας. Ο τελευταίος δεν αναγραφόταν στο πρόγραμμα, αλλά οι συνθέτριες Λένα Πλάτωνος-Στέλλα Γαδέδη που είχαν πάει μαζί σε εκείνη τη συναυλία τον θυμούνται να τραγουδάει Ξαρχάκο!
Η γνωριμία Ξαρχάκου - Νταντωνάκη είχε γίνει στο Σικαγο, όπου ο συνθέτης την είχε ακούσει στο Grey Gardens να ερμηνεύει τραγούδια του τη σεζόν 1968-69. Εκείνος της πρότεινε να τραγουδήσει στην Αθήνα, στη συναυλία του με τα ολοκαίνουργια «ποπ» τραγούδια του από το θεατρικό έργο του Γιώργου Λαζαρίδη «Δώδεκα μήνες καλοκαίρι». Μέχρι πρότινος, νομίσαμε ότι στη συναυλία του Ξαρχάκου η Φλέρη τραγούδησε στα αγγλικά ορισμένα τραγούδια του που διασώθηκαν στο ηλεκτρικό στυλ του «Άνναμπελ» και του «Σ' αυτόν τον κόσμο τον καλό». Από το πρόγραμμα, όμως, διασταυρώνουμε ότι τελικά ερμήνευσε τρία κομμάτια από το «Δώδεκα μήνες καλοκαίρι» (ένα απ' αυτά, τα «Παιδιά του '70», ντουέτο με τον Μπονάτσο) και ακόμη τρεις μεγάλες επιτυχίες του Ξαρχάκου, την «Άσπρη μέρα» σε στίχους Νίκου Γκάτσου, το «Χάθηκε το φεγγάρι» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και την «Άνναμπελ» σε στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος, δυστυχώς ελάχιστα πράγματα θυμάται από εκείνη τη βραδιά στο θέατρο Κοτοπούλη - Ρεξ, που επαναλήφθηκε στο ''Μετροπόλιταν'' με το τραγουδιστικό τρίο Φλέρη Νταντωνάκη - Γιώργος Μούτσιος - Βλάσσης Μπονάτσος. Παρ' όλα αυτά, από τον μεγάλο συνθέτη εκμαίευσα τα εξής: Το ''Δώδεκα μήνες καλοκαίρι'' ήταν ένα έργο επηρεασμένο μουσικά από την ψυχεδελική ροκ σκηνή της εποχής. Όταν μάλιστα ο Ξαρχάκος μου έβαλε και άκουσα ένα τραγούδι με τη Φλέρη σε ύφος garage - 60s και σχολίασα ό,τι τα τύμπανα ακούγονται σα να παίζει ο Carmen Appice, έλαβα την απάντηση: ''Μα τους Vanilla Fudge άκουγα πολύ τότε!'' Στην εισαγωγή, επίσης, του έργου είχε ''ανακυκλώσει'' συνειδητά ένα θέμα από το σάουντρακ της ταινίας ''Κορίτσια στον ήλιο'' (1968) του Βασίλη Γεωργιάδη. Γενικά, επρόκειτο για μία μοναδική πραγματικά δουλειά του Ξαρχάκου με μία Φλέρη Νταντωνάκη σε απίστευτους βοκαλισμούς εν μέσω ηλεκτρικής κιθάρας, ντραμς, μπάσου και σαντουριού. Αν θα μπορούσα να παρομοιάσω το άκουσμα με κάποιο παρεμφερές της εποχής, αυτό θα ήταν σίγουρα τα ''Δυο μικρά γαλάζια άλογα'' του Γιώργου Ρωμανού. Πιθανότατα - εντελώς προσωπική εκτίμηση αυτή - ο νεαρός Βλάσσης Μπονάτσος να μετέφερε κάτι από το κλίμα του ''Δώδεκα μήνες καλοκαίρι'' του Ξαρχάκου, στους Πελόμα Μποκιού.
Όσο για τα δύο διασωθέντα αγγλόφωνα τραγούδια του Ξαρχάκου με τη Φλέρη, αυτά είναι της περιόδου 1978 - 79 και γράφτηκαν με σκοπό το εξωτερικό. Η Αμερικανίδα στιχουργός τους, Nada Shoot, ζούσε στο Λονδίνο και γνώριζε δισκογραφικούς παραγωγούς. Η κακή ψυχολογική κατάσταση της ερμηνεύτριας, όμως, δεν επίτρεψε να γίνει ποτέ ένας ολοκληρωμένος ηλεκτρικός δίσκος με τον Ξαρχάκο. Στα κομμάτια παίζουν οι ίδιοι μουσικοί που έπαιζαν και στο δίσκο ''Συλλογή'' με τον Νίκο Ξυλούρη, ενώ το ένα απ' αυτά αποτελούσε την αναθεωρημένη από τον δημιουργό βερσιόν του τραγουδιού του με τίτλο ''Τα ρολόγια'' πού'χε ηχογραφηθεί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και λαϊκή ορχήστρα. Πάντως, τα πιο πολλά ντοκουμέντα που μας τροφοδοτούν με πληροφορίες για το ''Δώδεκα μήνες καλοκαίρι'' προέρχονται και πάλι από τα μονόστηλα των εφημερίδων και απ' τις σκόρπιες συνεντεύξεις της Φλέρης.
Η άγνωστη Φλέρη Νταντωνάκη- Μέρος Β'
Facebook Twitter
Στην ίδια συνέντευξή της στη Νατάσσα Μπ., τον Μάιο του 1970, η Φλέρυ λέει σχετικά: «Η συνεργασία μου με τον Ξαρχάκο είναι ευτυχισμένη. Ο Σταύρος συνεχώς αναζητεί, συνεχώς ψάχνει κι αυτό μου αρέσει. Που δεν θέλει να μπαίνει σε καλούπια! Ψάξαμε τα τραγούδια του μιούζικαλ "Δώδεκα μήνες καλοκαίρι", όπου εγώ δεν παίζω αλλά ακούγεται ηχογραφημένη η φωνή μου κι είμαι πολύ ευχαριστημένη απ' αυτήν τη συνεργασία».
Σε κάποιο άλλο σημείο του άρθρου, η δημοσιογράφος αναφέρει πως η Φλέρη είχε ήδη γράψει σε δίσκους ένα τραγούδι του Ξαρχάκου κι άλλο ένα του Λουκιανού Κηλαηδόνη – κάτι που προφανώς επρόκειτο να γίνει τότε, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν έγινε. Την ίδια πληροφορία δίνει και ο δημοσιογράφος Νίκος Παρνάσσας στην εφημερίδα «Τα Νέα» της 30ής Μαΐου του 1970. Στο μεγάλο άρθρο του με τίτλο «Η Φλέρη πήρε άριστα και στην Αθήνα» διαβάζουμε τα εξής: «Η χθεσινή συναυλία του Σταύρου Ξαρχάκου στο θέατρο Κοτοπούλη σημείωσε εξαιρετική επιτυχία. Τα νέα τραγούδια του εκλεκτού συνθέτη, συνδυασμός ποπ μουσικής και δημοτικών μοτίβων από το μιούζικαλ "Δώδεκα μήνες καλοκαίρι" που θα παρουσιαστεί στο Μετροπόλιταν, εκτελεσμένο από τη Φλέρη Παπαδαντωνάκη και τον Βλάσση Μπονάτσο, άρεσαν ιδιαίτερα στο κοινό, που παρηκολούθησε τη συναυλία και καταχειροκρότησε τον συνθέτη και τους εκτελεστάς. Το πρόγραμμα παρουσίασε ο ηθοποιός Κώστας Καρράς, ενώ γνωστά κλασικά τραγούδια του Ξαρχάκου ερμήνευσε με το γνωστό μπρίο του ο Σταμάτης Κόκοτας»!
Τελευταία μαρτυρία, αυτή του Δημήτρη Χιονά, ο οποίος δούλεψε στη συναυλία του Ξαρχάκου ως νεαρός μπουζουξής: «Η Φλέρη είχε βγει με τα μαλλιά της κοτσίδες και φόρεμα με μοτίβα λαϊκής τέχνης, σαν αυτά που φόραγαν οι χίπηδες στο Μοναστηράκι. Μυστήρια τύπισσα, κάτι άλλο απ' τις τραγουδίστριες που συνηθίζαμε να συνοδεύουμε τότε. Για μένα ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα από κοντά και δούλευα με μία γιέ-γιέ καλλιτέχνιδα»!
Εν κατακλείδι, μπορεί η Φλέρη Νταντωνάκη να πέρασε στην ιστορία λόγω της συνεργασίας της με τον Μάνο Χατζιδάκι, η αλήθεια όμως είναι πως ο πρώτος μεγάλος Έλληνας συνθέτης που πίστεψε στο ταλέντο της και της έδωσε βήμα στη χώρα της ήταν ο Σταύρος Ξαρχάκος. Κι ας μην άφησαν πίσω οι δυο τους καμιά «επίσημη» ηχογράφηση.
ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΑ
Η ανασύνθεση των παραπάνω πληροφοριών βασίζεται σε ιστορικά ντοκουμέντα και προσωπικές μαρτυρίες:
Αντώνη Μποσκοΐτη LIFO
Αρχείο Λότης Πέτροβιτς: Διασώθηκε το αυθεντικό πρόγραμμα της συναυλίας στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ (29 Μαΐου 1970).
Εφημερίδα «Τα Νέα» (30 Μαΐου 1970): Άρθρο του Νίκου Παρνάσσα με τίτλο «Η Φλέρη πήρε άριστα και στην Αθήνα».
Περιοδικό «Ταχυδρόμος»: Συνέντευξη της Φλέρης Νταντωνάκη στη Νατάσσα Μπ. (Μάιος 1970).
Μαρτυρία Σταύρου Ξαρχάκου: Πληροφορίες για τις επιρροές από τους Vanilla Fudge και το σάουντρακ της ταινίας «Κορίτσια στον Ήλιο».
Μαρτυρία Δημήτρη Χιονά: Ο μπουζουξής της συναυλίας περιγράφει την «χίπικη» εμφάνιση και το ύφος της Φλέρης στη σκηνή.
Αρχεία Λένας Πλάτωνος & Στέλλας Γαδέδη: Προσωπικές αναμνήσεις από τη συμμετοχή του Σταμάτη Κόκοτα στη συναυλίαΦΛΕΡΗ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ & ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ (1)
Υπάρχουν στην ιστορία της τέχνης κάποιες συναντήσεις που μοιάζουν προδιαγεγραμμένες από ένα ανώτερο, μεταφυσικό σχέδιο. Η συνάντηση του Μάνου Χατζιδάκι με τη Φλέρη Νταντωνάκη δεν ήταν απλώς μια συνεργασία ενός συνθέτη με μια ερμηνεύτρια· ήταν η ένωση δύο μοναχικών πλανητών που δημιούργησε ένα νέο σύμπαν ευαισθησίας, πνευματικότητας και αισθητικής καθαρότητας.
Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ: ΔΥΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ
Στα τέλη της δεκαετίας του '60, ο Μάνος Χατζιδάκις βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, σε μια δημιουργική «εξορία» από την Ελλάδα της δικτατορίας. Αναζητά έναν νέο ήχο, μια φωνή που να μπορεί να εκφέρει τον λόγο των ποιητών χωρίς τα στερεότυπα του λαϊκού ή του ελαφρού τραγουδιού.
Την ίδια στιγμή, η Φλέρη Νταντωνάκη, μια νέα γυναίκα που είχε φύγει από την Αθήνα για να γλιτώσει από τα οικογενειακά της τραύματα, σπουδάζει Φιλοσοφία και Κοινωνιολογία και κάνει τα πρώτα της βήματα στο Broadway και στις off-Broadway σκηνές. Η Φλέρη δεν είναι μια απλή τραγουδίστρια· είναι μια διανοούμενη της φωνής, εμποτισμένη με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Jacques Brel και την ατμόσφαιρα των blues.
Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ 1970
Η συνάντηση έγινε στις αρχές του 1970. Ο Χατζιδάκις πηγαίνει να παρακολουθήσει το μιούζικαλ «Jacques Brel is alive and well and living in Paris». Σύμφωνα με τον θρύλο, πήγε για να ακούσει μια Αμερικανίδα τραγουδίστρια, αλλά στη θέση της βρήκε τη Φλέρη.
Όταν την άκουσε να ερμηνεύει το «Marieke» και το «Sons of», ο Μάνος ένιωσε ότι βρήκε αυτό που έψαχνε: μια φωνή «φεγγαρική», που είχε την ικανότητα να χαμηλώνει τους τόνους και να αγγίζει την ουσία της ανθρώπινης οδύνης. Μετά την παράσταση, την πλησίασε και της πρότεινε αποκλειστική συνεργασία. Η Φλέρη, με τη χαρακτηριστική της αθωότητα, δέχτηκε, χωρίς να γνωρίζει ίσως ότι εκείνη τη στιγμή υπέγραφε το συμβόλαιό της με την αθανασία.
Ο «ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ»: ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ
Το 1972, οι δυο τους επιστρέφουν στην Ελλάδα. Ο Χατζιδάκις έχει ήδη στα σκαριά έναν κύκλο τραγουδιών βασισμένο σε ποιήματα της Σαπφούς, του Ευριπίδη, του Σολωμού, του Καβάφη, του Ελύτη και του Γκάτσου. Το έργο αυτό ονομάστηκε «Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ».
Στο στούντιο της Κολούμπια, η συνεργασία τους παίρνει τη μορφή ιεροτελεστίας. Ο Χατζιδάκις «πλάθει» τη φωνή της Φλέρης πάνω στις μελωδίες του, κι εκείνη του προσφέρει ερμηνείες που μοιάζουν με προσευχές. Η Φλέρη δεν τραγουδά· κοινωνεί τον λόγο. Η ερμηνεία της στο «Πέρα στο θολό ποτάμι» ή στο «Κραταιά ως θάνατος αγάπη» θέτει τα θεμέλια για αυτό που ο Χατζιδάκις ονόμαζε «ευγένεια».
Ο δίσκος αυτός παραμένει μέχρι σήμερα το αξεπέραστο ορόσημο του ελληνικού πολιτισμού. Ήταν η στιγμή που ο Χατζιδάκις απέδειξε ότι ο έρωτας δεν είναι μόνο πάθος, αλλά και μια πνευματική άσκηση, και η Φλέρη ήταν η ιδανική «ιέρεια» αυτής της άσκησης.
Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: «ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ» ΚΑΙ «ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ»
Η σχέση τους δεν σταμάτησε εκεί. Ακολούθησε ο «Καπετάν Μιχάλης» (1975), όπου η Φλέρη δίνει μια άλλη, πιο γήινη αλλά πάντα λυρική διάσταση στο έργο του Καζαντζάκη. Ο Χατζιδάκις συνέχισε να την έχει κοντά του σε κάθε σημαντική στιγμή, από τις ηχογραφήσεις της «Εποχής της Μελισσάνθης» μέχρι τα «Λειτουργικά» (1991).
Ο Μάνος υπήρξε για τη Φλέρη ο πνευματικός της πατέρας, ο προστάτης της απέναντι σε έναν κόσμο που η ίδια δυσκολευόταν να διαχειριστεί. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να καταλάβει την «ψυχολογική της τρικυμία» και να τη μετατρέψει σε τέχνη.
Η ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ
Με τα χρόνια, η Φλέρη άρχισε να βυθίζεται στην εσωστρέφεια. Ο θάνατος του Χατζιδάκι το 1994 ήταν το τελειωτικό πλήγμα για εκείνη. Χωρίς τον «πυλωρό» της, η Φλέρη ένιωσε απροστάτευτη. Οι τελευταίες της ηχογραφήσεις και οι σποραδικές εμφανίσεις της είχαν πια το βάρος μιας γυναίκας που είχε ήδη αρχίσει να αποχαιρετά τον κόσμο.
Η ίδια είχε πει κάποτε: «Δεν υπάρχει ευτυχία, μόνο η στιγμή». Και οι στιγμές που έζησε δίπλα στον Μάνο ήταν εκείνες που τη δικαίωσαν ως καλλιτέχνιδα.
ΤΟ ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
Σήμερα, η Φλέρη Νταντωνάκη αναπαύεται στο κοιμητήριο της Παιανίας, δίπλα στον Μάνο Χατζιδάκι. Η γειτνίαση των τάφων τους είναι η τελευταία πράξη μιας σχέσης που ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη και ολοκληρώθηκε στην αιωνιότητα.
Όταν ακούμε σήμερα τον «Μεγάλο Ερωτικό», δεν ακούμε απλώς έναν δίσκο. Ακούμε τον διάλογο δύο ψυχών που αναζήτησαν το κάλλος και την αλήθεια μέσα από τη μουσική. Ο Χατζιδάκις έδωσε στη Φλέρη το όραμα, κι εκείνη του έδωσε την ψυχή της. Μαζί, κατάφεραν να νικήσουν τον χρόνο και να μας χαρίσουν το πιο ακριβό δώρο: τη δυνατότητα να ονειρευόμαστε μέσα από τη σιωπή
Η
ΦΛΕΡΗ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ & ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ (4)
Η συνεργασία του Μάνου Χατζιδάκι με τη Φλέρη Νταντωνάκη δεν ήταν ποσοτική, αλλά ποιοτική. Παρότι η Φλέρη δεν ηχογράφησε εκατοντάδες τραγούδια, κάθε κοινή τους στιγμή στο στούντιο αποτελεί κεφάλαιο της ελληνικής μουσικής ιστορίας.
Ακολουθεί ο πλήρης κατάλογος των κοινών τους έργων, ταξινομημένος ανά δίσκο και ενότητα, με τις απαραίτητες λεπτομέρειες:
1. Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ (1972)
Είναι ο δίσκος-σταθμός. Η Φλέρη ερμηνεύει τα περισσότερα τραγούδια, ενώ στα υπόλοιπα συμμετέχει ο Δημήτρης Ψαριανός.
«Πέρα στο θολό ποτάμι» (Ποίηση: Νίκος Γκάτσος, από τον «Λόρκα»): Ίσως η πιο εμβληματική της στιγμή. Μια ερμηνεία χαμηλόφωνη, σχεδόν απόκοσμη.
«Κραταιά ως θάνατος αγάπη» (Από το «Άσμα Ασμάτων» του Σολομώντα): Ένας συγκλονιστικός ύμνος στον έρωτα, όπου η Φλέρη κινείται ανάμεσα στη θρησκευτική ευλάβεια και το πάθος.
«Υποφέρω» (Ποίηση: Γεώργιος Βιζυηνός): Ένα από τα πιο δύσκολα τραγούδια του κύκλου, με την ερμηνεύτρια να αποδίδει το υπαρξιακό βάρος του ποιητή.
«Το όνειρο» (Ποίηση: Διονύσιος Σολωμός): Μια λυρική προσέγγιση στον εθνικό μας ποιητή, όπου ο Χατζιδάκις χρησιμοποιεί τη φωνή της Φλέρης σαν κλασικό όργανο.
«Τα λιανοτράγουδα» (Λαϊκά δίστιχα): Εδώ η Φλέρη αποδεικνύει την ικανότητά της να ερμηνεύει το παραδοσιακό στοιχείο με απόλυτη αριστοκρατικότητα.
«Ποιος είναι ο Έρωτας» (Ποίηση: Ευριπίδης, από τον «Ιππόλυτο»): Μια τραγική, αρχαιότροπη ερμηνεία.
«Σ' αγαπώ» (Ποίηση: Μυρτιώτισσα): Ένα ντουέτο με τον Δημήτρη Ψαριανό, όπου η Φλέρη λειτουργεί ως η «ψυχή» του τραγουδιού.
2. ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ (1975)
Μουσική για το ομώνυμο έργο του Νίκου Καζαντζάκη.
«Δεν ήταν νησί»: Η Φλέρη δίνει μια επική αλλά ταυτόχρονα εσωτερική ερμηνεία στην αγάπη για την Κρήτη.
«Όμορφη που 'ναι η Κρήτη»: Μια πιο γήινη στιγμή της, που δείχνει τη δύναμη της φωνής της σε πιο «ανοιχτούς» ρυθμούς.
«Κυρά-Παναγιά»: Ένα τραγούδι-προσευχή, που στα χείλη της Φλέρης αποκτά μια υπερβατική διάσταση.
3. Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗΣ (1980)
Ένα αυτοβιογραφικό έργο του Χατζιδάκι για την κατοχή και την απελευθέρωση.
«Μητέρα και παρθένα»: Ένα από τα πιο συγκινητικά τραγούδια του έργου, όπου η Φλέρη υποδύεται τη συλλογική μνήμη και τον πόνο της μάνας.
«Το πρόσωπο της Μελισσάνθης»: Συμμετέχει σε μέρη του έργου, προσφέροντας το χαρακτηριστικό της χρώμα στην ονειρική ατμόσφαιρα του δίσκου.
4. ΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ (1991)
Ήταν η τελευταία μεγάλη κοινή τους ηχογράφηση, αν και το υλικό είχε δουλευτεί χρόνια πριν.
«Ματωμένο Φεγγάρι» (Ποίηση: Νίκος Γκάτσος, από τον «Ματωμένο Γάμο»): Μια επανεκτέλεση που θεωρείται από πολλούς ανώτερη της αρχικής, καθώς η Φλέρη κουβαλά πια όλη την εμπειρία της ζωής της.
«Το τραγούδι της Ευρυδίκης»: Μια ερμηνεία-ντοκουμέντο πάνω στη μοναξιά.
«Προσευχή»: Ένα κομμάτι που μοιάζει να γράφτηκε αποκλειστικά για τη δική της φωνή και την πνευματικότητά της.
5. ΣΠΑΝΙΕΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ & ΣΥΛΛΟΓΕΣ
«Reflections» (1970/1993): Αν και ο αυθεντικός δίσκος ηχογραφήθηκε στη Νέα Υόρκη με αγγλικό στίχο, η Φλέρη ηχογράφησε αργότερα ορισμένα από αυτά τα τραγούδια (π.χ. το «Noble Dame» ή το «The Day») σε πρόβες και ιδιωτικές ηχογραφήσεις που βγήκαν στο φως μετά θάνατον.
«Στο Σείριο υπάρχουν παιδιά» (1988): Από τις ζωντανές εμφανίσεις στον «Σείριο», υπάρχουν ηχογραφήσεις όπου η Φλέρη τραγουδά Ξαρχάκο («Άσπρη Μέρα») ή παλαιότερα τραγούδια του Χατζιδάκι (όπως το «Χάρτινο το Φεγγαράκι») με τον Μάνο στο πιάνο.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ: ΤΟ «ΧΑΜΕΝΟ» ΥΛΙΚΟ
Ο Χατζιδάκις και η Φλέρη περνούσαν αμέτρητες ώρες στο σπίτι του στο Πολύδροσο κάνοντας πρόβες πάνω σε κύκλους τραγουδιών του Schubert και του Schumann, καθώς και σε παλιά ρεμπέτικα. Αν και αυτές οι ηχογραφήσεις δεν κυκλοφόρησαν ποτέ επίσημα ως ολοκληρωμένοι δίσκοι, σπαράγματά τους υπάρχουν στο αρχείο του Μάνου Χατζιδάκι και ορισμένα έχουν παρουσιαστεί σε αφιερώματα (π.χ. το «Μινόρε της Αυγής» σε μια συγκλονιστική, αργόσυρτη εκτέλεση).
Σύνοψη:
Αν θέλεις να νιώσεις τη σύνδεσή τους, ξεκίνα από τον «Μεγάλο Ερωτικό» για την απόλυτη πνευματικότητα και κατέληξε στα «Λειτουργικά» για να ακούσεις τη φωνή της Φλέρης στην πιο ώριμη και «ραγισμένη» της μορφή



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου