«Νεκρές Ψυχές» και Ζωντανοί Ήχοι: Το Όργανο-Σύμβολο της Ρωσικής Υπαίθρου
Στον απαράμιλλο λογοτεχνικό κόσμο του Νικολάι Γκόγκολ, και ειδικότερα μέσα στις σελίδες των «Νεκρών Ψυχών», η μπαλαλάικα παύει να είναι ένα απλό λαϊκό μουσικό όργανο και μετατρέπεται σε έναν ζωντανό, ηχητικό μάρτυρα της ρωσικής πραγματικότητας. Όπως μας θυμίζει ο συγγραφέας, ο άνθρωπος είναι ον παράξενο με αμέτρητες ιδιοτροπίες, και ο ήχος αυτού του τριγωνικού οργάνου έρχεται να ντύσει μουσικά ακριβώς αυτές τις ανθρώπινες αντιφάσεις. Μέσα από τη γραφή του, η μπαλαλάικα αναδύεται ως
το παράπονο της υπαίθρου, ένας ήχος ξερός και μονοκόμματος που συχνά ακούγεται από τα παραπήγματα των δούλων ή τα σκοτεινά πανδοχεία, προσπαθώντας να γεμίσει τη χαώδη σιωπή της ρωσικής στέπας. Στη σκηνή της άφιξης του Τσιτσίκωφ στο κτήμα της Κορομπότσκα, ο Γκόγκολ χρησιμοποιεί το «ντριν-ντριν» της μπαλαλάικας για να υπογραμμίσει τη στασιμότητα και την πνευματική αποχαύνωση της επαρχίας, παρουσιάζοντας έναν ήχο που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, ακριβώς όπως και η μοίρα των χωρικών που ο ήρωας προσπαθεί να εμπορευτεί. Αυτός ο ηχητικός κόσμος λειτουργεί ως το απόλυτο αντίβαρο στη σοβαροφάνεια της αριστοκρατίας και στις δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές απάτες. Ενώ οι γαιοκτήμονες αναλώνονται σε κενές φιλοφρονήσεις και εμπορικές συναλλαγές επί «χάρτινων» ψυχών, η μπαλαλάικα στο βάθος παραμένει η αυθεντική φωνή της Ρωσίας, εκφράζοντας εκείνο το «γέλιο μέσα από δάκρυα» που χαρακτηρίζει όλο το έργο του Γκόγκολ. Είτε πρόκειται για τη μελαγχολική μονοτονία που συνοδεύει το ταξίδι της άμαξας μέσα στη λάσπη, είτε για την άγρια, σχεδόν δαιμονική ενέργεια που ξεσπά στα πανηγύρια των μουζίκων, η μπαλαλάικα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο υλικό και το πνευματικό, ανάμεσα στις νεκρές λίστες και την παλλόμενη, αν και καταπιεσμένη, ζωή. Είναι το όργανο που υπενθυμίζει διαρκώς την παρουσία μιας ζωντανής λαϊκής βάσης, η οποία συνεχίζει να «γρατζουνά» τις χορδές της επιβίωσης ακόμα και όταν όλα γύρω της μοιάζουν ακίνητα και νεκρά.Συνθέτοντας λοιπόν αυτή την εικόνα, ο Γκόγκολ δεν σταματά στον ήχο της μπαλαλάικας, αλλά τον εντάσσει σε ένα ευρύτερο, ορμητικό κάδρο όπου η ρωσική τρόικα —το εμβληματικό άμαξα με τα τρία άλογα— γίνεται το απόλυτο σύμβολο της ίδιας της Ρωσίας. Καθώς ο Τσιτσίκωφ διασχίζει τις ατέλειωτες εκτάσεις, η μπαλαλάικα προσφέρει το μελαγχολικό παράπονο και η τρόικα την ασταμάτητη κίνηση, δημιουργώντας μια αλληγορία για ένα έθνος που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς το άγνωστο, χωρίς κανείς να ξέρει πού πηγαίνει. Η τρόικα, που «πετάει σαν πουλί», έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στασιμότητα των «νεκρών ψυχών» που αφήνει πίσω του ο ήρωας. Ενώ οι γαιοκτήμονες όπως ο Σομπάκεβιτς ή η Κορομπότσκα είναι ριζωμένοι στην πνευματική τους τύφλωση, η άμαξα του Τσιτσίκωφ γίνεται το όχημα μιας αέναης αναζήτησης, έστω και αν το κίνητρό της είναι η απάτη. Ο Γκόγκολ περιγράφει τον ήχο των κουδουνιών της τρόικας να αναμιγνύεται με τον άνεμο και τους μακρινούς σκοπούς της μπαλαλάικας, συνθέτοντας μια ατμόσφαιρα όπου το υψηλό συναντά το ταπεινό. Αυτή η «ρωσική τρέλα» για την ταχύτητα και τον δρόμο λειτουργεί ως κάθαρση· ο δρόμος στον Γκόγκολ είναι ο τόπος όπου οι αμαρτίες ξεπλένονται μέσα στη σκόνη και ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το μέγεθος της πατρίδας του. Έτσι, η μπαλαλάικα που ακούγεται από κάποιο φτωχικό καλύβι την ώρα που η τρόικα περνά σαν αστραπή, θυμίζει στον αναγνώστη ότι η Ρωσία είναι ένας τόπος ακραίων αντιθέσεων: από τη μια η απόλυτη ακινησία του βάλτου και από την άλλη η θεϊκή ορμή μιας άμαξας που δεν σταματά μπροστά σε τίποτα, αφήνοντας πίσω της το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο μέχρι τις τελευταίες γραμμές του έργου: «Ρωσία, πού τρέχεις;».
Ακολουθεί μια ολοκληρωμένη και ενιαία περίληψη του έργου «Νεκρές Ψυχές», που συνδυάζει την πλοκή με το βαθύτερο νόημα που θέλησε να δώσει ο Γκόγκολ:
Περίληψη του Έργου
Η ιστορία ξεκινά με την άφιξη του Πάβελ Ιβάνοβιτς Τσιτσίκωφ, ενός ανθρώπου με προσεγμένους τρόπους αλλά αδιόρατο παρελθόν, σε μια τυπική ρωσική επαρχιακή πόλη. Ο Τσιτσίκωφ δεν είναι ένας συνηθισμένος ταξιδιώτης· έχει καταστρώσει ένα παράλογο και δαιμόνιο σχέδιο πλουτισμού. Στόχος του είναι να αγοράσει από τους τοπικούς γαιοκτήμονες τις λεγόμενες «νεκρές ψυχές». Στη Ρωσία της εποχής, οι γαιοκτήμονες πλήρωναν κεφαλικό φόρο για τους δουλοπάροικους (ψυχές) που κατείχαν, βάσει της τελευταίας απογραφής. Αν κάποιος δούλος πέθαινε στο μεσοδιάστημα μέχρι την επόμενη απογραφή, ο ιδιοκτήτης συνέχιζε να πληρώνει φόρο για μια «νεκρή ψυχή».
Ο Τσιτσίκωφ προτείνει στους γαιοκτήμονες να τον απαλλάξουν από αυτό το οικονομικό βάρος, μεταφέροντας τους νεκρούς δούλους στο όνομά του. Η πρόθεσή του είναι να παρουσιάσει αυτούς τους τίτλους ιδιοκτησίας σε μια τράπεζα ως εγγύηση για ένα τεράστιο δάνειο, παριστάνοντας ότι κατέχει εκατοντάδες «ζωντανούς» δούλους και μεγάλες εκτάσεις γης.
Καθώς ο ήρωας επισκέπτεται διάφορα κτήματα, ο Γκόγκολ μας παρουσιάζει μια πινακοθήκη ανθρώπινων χαρακτήρων που αντιπροσωπεύουν τη σήψη της ρωσικής κοινωνίας. Συναντάμε τον Μανίλωφ, έναν άνθρωπο γλυκανάλατο και άπρακτο, την Κορομπότσκα, μια στενόμυαλη και καχύποπτη χήρα, τον Νοζντριώφ, έναν τζογαδόρο και ψεύτη, τον Σομπάκεβιτς, έναν τραχύ και υλιστή γαιοκτήμονα, και τέλος τον Πλιούσκιν, έναν ρακοσυλλέκτη-φιλάργυρο που έχει καταντήσει σκιά του εαυτού του.
Η περιπλάνηση αυτή δεν είναι απλώς μια σειρά από εμπορικές συναλλαγές, αλλά μια κάθοδος στην «κόλαση» της ανθρώπινης πνευματικότητας. Ο τίτλος του βιβλίου αποκτά διπλό νόημα: οι «νεκρές ψυχές» δεν είναι μόνο οι πεθαμένοι μουζίκοι, αλλά και οι ζωντανοί γαιοκτήμονες και αξιωματούχοι, των οποίων η ηθική και τα συναισθήματα έχουν νεκρωθεί από τη διαφθορά και τη συνήθεια.
Το βιβλίο κλείνει με την αποκάλυψη της απάτης και την εσπευσμένη φυγή του Τσιτσίκωφ με την άμαξά του. Στις τελευταίες σελίδες, η άμαξα (η περίφημη τρόικα) μεταμορφώνεται σε σύμβολο της ίδιας της Ρωσίας που τρέχει με ορμή προς το μέλλον, ενώ ο Γκόγκολ αναρωτιέται με αγωνία αν αυτή η χώρα που «πετάει σαν πουλί» μπορεί ποτέ να βρει τον δρόμο προς την ηθική της σωτηρία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου